Κληροδοτώ τον εαυτό μου στο χώμα
να φυτρώσω από τη χλόη που αγαπώ,
Αν με θέλεις πάλι,
ψάξε με κάτω από τα πέλματα των παπουτσιών σου.
(Το τραγούδι του εαυτού μου – Walt Whitman)
«Ρε συ σε βλέπω και με πιάνει απόγνωση, σταμάτα να κοιτάς το κενό και κυρίως βγάλε τους Rainbow, μου τη δίνουν, ειδικά αυτός ο παπάρας ο Dio. Από την άλλη έχεις όλο τον κόσμο και τον χρόνο μπροστά σου, είσαι δεκαεξάρης και μας γαμάς τα λύκεια.»
«Πάλι τον μπάρμπα Νιόνιο πιάνεις στο στόμα σου βρε μαλάκα, ο θείος λέει πως ξεπουλήθηκε.»
«Θα μεγαλώσεις βρε μπαγασάκο και θα μάθεις, είσαι μικρός ακόμα.»
Είχα μπει στο εφηβικό δωμάτιο του πρότερου εαυτού μου, αθόρυβα. Τον κοιτούσα και δεν ήξερα πως να τον αντιμετωπίσω, με δέος ή με λύπηση. Τι λέτε ρε μάλακες, που θα σημείωναν και οι Lost Bodies, μία από τις εκατοντάδες υπέροχες μπάντες που δεν είχα γνωρίσει ακόμα. Μα μήπως ήξερα τους Can, τους Residents, τους Radio Birdman, τους Dream Syndicate, τους Gun Club, τους Magazine, ή τους Chumbawamba, Triffids, Husker Du, Mecano, Bauhaus, Names, Fall, Astronauts, Crass, Wipers (θου κύριε φυλακήν τω στόματι μου! αν και εδώ που τα λέμε, όχι εμείς οι πτωχοί τω πνεύματι, μα ολάκερος Ευριπίδης, η άγνοια έχει μια κάποια ηδονή!). Μια άγνοια με Α κεφαλαίο συνεπακολουθούμενη από πολλά μικρά αααααα. Έφταιγαν οι φίλοι (πως με τσιτώνει αυτή η στιγμή που λέγαν και επίσης άγνωστοι τότες Εν Πλω), τα ξαδέρφια, τα αδέρφια, οι γονείς, η κενωνία η κακούργα, το γαμημένο MTV και αντιστοίχως στα μέρη μας το χαχόλικο το Mad, η άγνοια της νεότητας και άλλα κουραφέξαλα? Ποιος ξέρει, μάλλον οι λάθος επιλογές, οι δύσβατοι δρόμοι που πρέπει να διαβούμε για να γευτούμε τη μαγευτική θάλασσα της γνώσης. Τέλος πάντων προσπάθησα να γίνω λιγάκι πιο φιλικός μαζί …μου.
«Σπυράκο να σου πω, σου έχω ένα δώρο»
«Τι, βρήκες καλό χασισάκι;»
«Χαχα όχι, κάτι που διαρκεί περισσότερο, κάνει καλύτερο κεφάλι και σου διευρύνει τους ορίζοντες. Μια μέρα θα με ευγνωμονείς!»
«Δυστυχώς κανείς δε μπορεί να ξεφύγει από τον εαυτό του, ακόμα και… »
«…αν είναι ήρωας του Τζόζεφ Κόνραντ. Πότε είδες τα Κουρέλια και δεν είπες τίποτα βρε σιγανοπαπαδιά? »
«Έλα ρίξε το δώρο και άσε την πάρλα και σε λίγο πρέπει να φύγω για το ΣΕΦ»
«Καλά, λοιπόν είναι βασικά διπλό το δωράκι, ένα pick up (μιας και δεν έχεις) για να το συνδέσεις στο στερεοφωνικό και το πρώτο σου βινύλιο»
«Το δεύτερο, μου έχει φέρει η κυρά Ζωή ένα σινγκλάκι Jagger-Bowie αν θυμάσαι πέρυσι»
«Πω ναι ρε συ, πως, το κοίταζα το μύριζα το στόλιζα, αλλά από κο-κο τίποτα, ακόμα καταχωνιασμένο το ‘χω. Τες πα ξέχνα ότι ήξερες για τη χρονιά που έκλεισες τα 10»
«Το ’91;»
«Ναι ούτε Nevermind και λοιπά grunge γκρουπούσκουλα, ούτε Massive Attack και trip-hop ονειρώξεις, μήτε My Bloody Valentine και κενοί παπουτσοατενισμοί. Βέβαια και οι Tuxedomoon και οι Dog Faced Hermans βγάλαν δισκάρες μεν, αλλά…»
«Ρε μαλάκα σου λέω βιάζομαι και μου ‘χεις σπάσει τ’ αρχίδια με την πολυλογία σου. Στο προκείμενο. Το Blue Lines είναι δισκάρα παρεμπιπτόντως, στα υπόλοιπα συμφωνούμε!»
«Καλά έχεις δίκιο και γω μικρός δε μιλούσα καθόλου, μετά … Λοιπόν πάρτο, βάλτο στο πλατό και άμα έχεις απορίες μην έρθεις σε μένα, άσε τον χρόνο να σου χαϊδέψει το μυαλό και να σου φωτίσει τα σκοτάδια»
«Άμα είναι να λέω τέτοιες μαλακίες στα 44, I hope I die before I get old»
«Talkin’ bout my generation, The Who ρε, απόστολοι του William Shakespeare, πολιτισμός φίλε, που έλεγε και ο Γιάννης ο Μπαχ! Λοιπόν για την ιστορία οι τύποι είναι Ολλανδοί και σπέρνουν ωμότητα, μα και ωριμότητα, υπό το πρίσμα λαϊκών στοιχείων, τσιγγάνικων, πειραματικών, θορύβων που μπλέκουν με punk αισθητική-ηθική και μια μεγάλη αναρχική κοσμοθεωρία και κυρίως πράξη. DIY στο εξάγωνο. Α και μη σε κολλήσει το βιολί, δένει όπως οι δίδυμοι πύργοι Φασούλας-Τάρλατς στην ίδια πεντάδα. Άμα έχεις Ντούντα στον πάγκο!»
«Πω, άρχισες πάλι!»
«Sorry, ορίστε Ex + Tom Cora: Scrabbling At The Lock. Μην το ακούσεις πριν το ματς θα είσαι σε κατάσταση σοκ. Θα το πιάσεις μετά το αστείο»
«Που να προλάβω ρε πολυλογά. Έφυγα. Α, Σπύρο!»
«Έλα ρε»
«Ευχαριστώ ρε μαλάκα»
Του έκλεισα το μάτι, έσπρωξα την πόρτα και βγήκα μ’ ένα μειδίαμα στα χείλη (που δαγκωνόμουν για να μη μετατραπεί σε χαμόγελο).
Το βράδυ δε με έπαιρνε ο ύπνος, στριφογυρνούσα σαν το σουραύλι, όπως τότε, που περίμενα να τελειώσει η πρώτη πλευρά για να σηκωθώ να γυρίσω τον δίσκο. Μετά από ένα χαλαρωτικό τσιγαράκι αφέθηκα να με σκεπάσει με την κουβέρτα του ο Μορφέας. Και έπειτα ήρθαν τα όνειρα.
«Τελικά είχες δίκιο» μου είπε πεταχτά και βγήκε απ’ το δωμάτιο.
Τι να πιάσουμε κουβέντα, η νεολαία δεν έχει ποτέ χρόνο, λίγα λόγια και σταράτα και έπειτα έξω από δω.
Έμεινα πάλι μόνος συλλογιζόμενος, χαμογελώντας, στο μεταίχμιο ονείρου και πραγματικότητας, ώσπου πετάχτηκα πάνω. Δε γαμιέται ας τους το πετάξουμε στα μούτρα σκέφτηκα.
Έξω σκοτάδι, ένα φεγγαράκι σαν νυχάκι και τα λιγοστά φώτα της πόλης, αντιπαραβάλλονται με την σχεδόν ολοκληρωτική επικράτηση της νύχτας και γω ανάβω ένα πορτατίφ πλησίον της δισκοθήκης και ψάχνω -στην ανά είδος κατανεμημένη- στο λήμμα post punk.
«Μα καλά είναι αυτό post punk βρε άμπαλε, τι γενικότητες είναι αυτές» ακούω τη φωνή να μου ψιθυρίζει.
«Ώχου, καλώς την ρωμαϊκή αυτοκρατορία.»
Έτσι χαρακτηρίζω όσους συνεχώς σπάνε τα είδη σε μικρότερα υποείδη, ένα μουσικό διαίρε και βασίλευε με σκοπό να “χαλιναγωγήσουν” το χάος. Δεν πιάνουν τη λεπτότητα εν σχέση με την τάξη και τη μαγική λειτουργία του χάους.
Παρασύρθηκα πάλι…
Και που να βάλω όμως τους Ex, ε καλά δεν έχει και τόσο σημασία, άλλωστε η ουσία παραμένει εντός των 50 λεπτών ακρόασης διατμημένων σε 12 κομμάτια και μετά οι μικρές λεπτομέρειες: ο τίτλος του δίσκου (προερχόμενος από τους Van Der Graaf Generator και το κομμάτι Arrow, φυσικά του γίγαντα Peter Hammill, περισσότερα δε χρειάζεται, τέτοια μικρά σημεία αποτελούσαν πάντα το άλας των αναζητήσεων και του πρότερου, αλλά και του παρόντα εαυτού μου), η φώτο του εξωφύλλου, η green on red (ή έστω η αντίστροφη) διχρωμία του. Και τελικά αυτή η αίσθηση που πλανάται στο κλειστό δωμάτιο, σκοτεινό σχεδόν απόλυτα, μόνο το φωτάκι του pick up και το στερεοφωνικό λαμπυρίζουν υπόκωφα και όμως το φως αναβλύζει, συνοδευόμενο από το δοξάρι του Tom Cora.
Τι μαλακίες σκέφτομαι πάλι, αν με άκουγε ο δεκαεξάχρονος μου εαυτός θα μου τα σουρνε πάλι και θα είχε δίκιο. Και εξάλλου ούτε είμαι και ούτε νιώθω στην τελική ο Ρίλκε για να γράφω γράμματα σ’ έναν νέο ποιητή, εαυτό, ή ότι άλλο. Απλά ξύνοντας την κλειδαριά (λογοπαίγνιο ε!), ίσως ανοίξω μια χαραμάδα, σαν αυτήν που διάβηκε η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων. Θα περιμένω ώσπου να βρεις τον τρόπο και τότε θα σου πετάξω το αμίμητο ρητό του πρώτου και καλύτερου Bond
«Κάποιοι γερνούν, άλλοι ωριμάζουν» έλεγε ο Σον Κόνερι
Ε μικρέ, οι Ex εφόρμησαν από νωρίς στην ωριμότητα, όντας μουσικά ανώριμοι. Σχήμα οξύμωρο.
Εις το επανιδείν.
Υμνώ τον εαυτό μου,
Και καθετί που νιώθω θα το νιώσεις και συ,
Γιατί κάθε μόριο δικό μου είναι και δικό σου
Σπύρος Καλετσάνος (Noir)
More Posts for Show: Noir

