λοιπόν,

θα μπορούσα να σας γράφω μέρες για την νύχτα, που θα θυμάμαι πάντα σαν πολύτιμή μου.

και την χρωστάω σε έναν μαθητή, που θέλησε να μου γνωρίσει τον δάσκαλο του. (σε ευχαριστώ)

αλλά αυτό εδώ είναι editorial.

και …δεν θα με κρατήσει να μην σας γράψω.

μπαίνεις μέσα σε κάποια σπίτια, και βλέπεις ολοφάνερα την τάση του μινιμαλισμού.
η τέχνη του ελάχιστου, απαλά χρώματα, λίγα έπιπλα, εύκολο για σιγύρισμα.

που είναι η ζωή εδώ μέσα ρε παιδιά?

μπήκα στο σπίτι των Τ και Ρ.

και ένιωσα μια ζέστη

αυτή που πάντα νιώθω όταν μέσα στο σπίτι έχουν περάσει δεκαετίες που ανθρώπινα μυαλά και συναισθήματα, δημιουργίες και προσπάθειες έχουν φτύσει υγρά στους τοίχους.

Κοιτάζω γύρω μου.

Πράγματα που φτιάχνουν τα χέρια.
Με πυλό και όνειρα.
Σώματα μπλεγμένα και πουλιά.

Πράγματα που φτιάχνουν τα μυαλά.
Με προπέλες και ουράνια τόξα.
Εξισώσεις και ποιήματα.

Μου φέρνει κάτι βιβλία.

“Δύσκολος.”
Έτσι τον έλεγαν όταν πήγαινε να εκδώσουν τα βιβλία του.

Μου φέρνει κάτι βιβλία.

Μου τα φέρνει.

Μαύρο χοντρό εξώφυλλο.

Τα ανοίγω.

Στην πρώτη σελίδα κάτω αριστερά γράφει το εξής:

«Επιτρέπεται η αναδηµοσίευση και γενικά η αντιγραφή όλου ή μέρους του κειμένου προς χρήση των μαθητών της Γ’ λυκείου ή προς ενημέρωση των συναδέλφων μαθηματικών. Η γνώση δεν οριοθετείται από τυχόν ιδιοκτήτες. Η ιδιοκτησία κινδυνεύει να γίνει κλοπή.»

(x – 3)2 – (y + 4)2 = 25

Ξεφυλλίζω.

f(x2 + x) – f(x +1) = x2– 1

Το κάθε κεφάλαιο ξεκινάει με ένα παραμύθι.

Παραμύθια – εκφωνήσεις μαθηματικών προβλημάτων.

Παραμύθια για σπίνους και δράκους.

Παραμύθια για να είσαι παιδί στην ύπαιθρο και να ψάχνεις τον θησαυρό γράμμα.

Παραμύθια για να είσαι κουρασμένος πια και να ρουφάς το ζουμί μιας κοινωνικοπολιτικής κοτόσουπας.

Ότι πρέπει για την εποχή.

Ξεφυλλίζω.

Μέχρι το επόμενο παραμύθι, κοιτάζω μαθηματικά.
Δεν ξέρω να διαβάζω μαθηματικά.
Όχι τέτοια μαθηματικά.

Αποδείξεις.

Μικρές ανακαλύψεις αριθμών και εαυτών, σκέφτομαι.

«Δύσκολος. Για λίγους. Όχι  εμπορικός»… έλεγαν.

Θα ήθελα να μπορούσα να καταλάβαινα τα μαθηματικά που ακολουθούν τα παραμύθια.

Τα μαθηματικά μέσα από τα παραμύθια.

Για την ευτυχία της αποκάλυψης που σκάει σε  κάθε σελίδα του βιβλίου «Μετά το οπισθόφυλλο.»

Αποκάλυψη όπως αυτή που ήμουν τυχερή να ζήσω εκείνο το φθινοπωρινό βράδυ.

Εκείνο το φθινοπωρινό βράδυ.

Χαμόγελα, πέτρες με τρύπες, led zeppelin, ντάκος με ψιλοκκομένη φέτα, ηλεκτρόδια, κάτι σαν τηλεκοντρόλ, παγωμένη μύτη, καπνός από πίπα που μυρίζει σαν ‘’Borkum Riff”, αντίκες πιάτα, ‘σάπιο μήλο το χρώμα’, είπα.

Ένας μαθητής, ένας δάσκαλος.
Και εγώ, ανάμεσα τους.
Ανάμεσα σε τέσσερα μάτια που σπινθηρίζουν όπως τα μοντέρνα κεριά σε τούρτα γενεθλίων.

Και απέναντι μου,  δύο που αγαπούν.

Και αυτά τα οκτώ, δεν σβήνουν.
Και κοίτα που ξάπλα το οκτώ και ανάβουν στο άπειρο.

Η χώρα μας.

Που τόσο μεγαλόκαρδα  δίνει χώρο στους ανθρώπους που το ταλέντο τους θέλουν να το κάνουν δώρο (και θυμώνω)

Δεν γεννιόμαστε όλοι ίδιοι ρεεεε.

Αλλά στα ντουβάρια και αν μιλάς…., έλεγε ο πατέρας μου.

Γι’ αυτό κάποιοι είναι δάσκαλοι και κάποιοι μαθητές.

Γιατί οι δάσκαλοι εμπνέουν, ανοίγουν.
Γιατί οι μαθητές κοινωνούν, συνεχίζουν.

Και αυτό μεγαλώνει.

Και όλο μεγαλώνει.

Και όλο μεγαλώνει.

Η χώρα μας.

Τα θέλει όλα… τ ο σ ο δ ο ύ λ ι κ α.

δεν θέλω να γράψω άλλα λόγια.

Τ όπως ταίρι, ταξιδεύω, ταύρος.

Ρ όπως ρόδι, ροκ, ρομαντικός.

Το σπίτι των Τ και Ρ.

Κοφτερό σαν μυαλό.

Και μετά.. δεν κοιμήθηκα.

Και δεν ξέρω πότε θα ξανακοιμηθώ.

‘’Αισθάνομαι αυτά που δεν κατανοώ.
Η φρίκη γίνεται θλίψη.
Η θλίψη μνήμη.
Η μνήμη καθημερινότητα.
Η καθημερινότητα ελπίδα.
Η ελπίδα κυπαρίσσι.
Κυπαρίσσι, βάρκα, ηχώ, γνώση, καταστολή, σταματώ εδώ που ξέρω.’’

(Απόσπασμα από το  ποίημα: ‘Σχόλιο σε ένα κομμάτι της Ελένης Καραΐνδρου’)

 

‘’Σκηνή έβδομη (χαιρετισμοί)

Η αίσθηση αναιρεί την ιστορία.
Αν καταλάβεις δεν αισθάνεσαι.
Να ενωθείς δεν το τολμάς.
Ούτε να πεις ούτε ν’ ακούσεις το μπορείς.
Να θυμηθείς δεν σε αφήνει.
Τότε τι?
Δεν ξέρω να σας πω.
Ηρθαμε  εκεί.
Μείναμε εκεί
Φύγαμε από εκεί.’’

(Απόσπασμα από το  ποίημα: ‘Το σκηνικό’)

 

‘’ Υπάρχουν τρόποι να είμαστε έξω από το χρόνο.
Επώδυνο, εσωστρεφές, κοινό, μαζί, δεν μετανιώνω.
Τι κι αν τους λένε ήχους, λόγια ή νότες μουσικής.
Τ’ακούω, έστω κι αν φαίνομαι
ανεπαρκής.’’

(Απόσπασμα από το  ποίημα: ‘Απολογία’)

Τα τρία αποσπάσματα προέρχονται από τη συλλογή ποιημάτων «Με υπόδειξη όχι μόνο μαθηματικά» του Ροδόλφου  Μπόρρη.

 

Ειρήνη Β.Μ.