γράφει ο Σπύρος Καλετσάνος (Noir) για το 46ο τεύχος του περιοδικού HUMBA!

Αρχές δεκαετίας ’90, ο γραφών παίζει πολύ μπάσκετ, στην ομάδα του σχολείου, σε γηπεδάκια, στον… ύπνο του και, κάθε Τρίτη μεσημέρι, επιστρέφοντας απ’ το σχολείο περιμένει τη μάνα του να του δώσει 350 δραχμές για να αγοράσει το ΤΡΙΠΟΝΤΟ. 100 χρόνια από τη δημιουργία της καλαθοσφαίρισης και ενώ το άθλημα αλλάζει, προς το χειρότερο όπως αποδείχθηκε αργότερα, στας Ευρώπας τουλάχιστον, ο νεαρός, αμούστακος ων, παρακολουθεί τα πάντα, NBA, Κύπελλο Πρωταθλητριών, Α1, αλλά και όσα συμβαίνουν στη Γηραιά Ήπειρο. Τότε, ακόμα και στην παρακμή του, το καλύτερο πρωτάθλημα της Ευρώπης δεν ήταν φυσικά το ελληνικό –και ας πάρλαρε τις ασυναρτησίες του ο Καρατζάς– ούτε το ισπανικό, μα το ιταλικό. Το σπαγγέτι σιρκουί διέθετε μεγάλες ομάδες απ’ το παρελθόν (Μιλάνο, Καντού, Βαρέζε), καθώς και νέες δυνάμεις απ’ τον βορρά (Τρεβίζο, Μπολόνια, Τεργέστη, Πέζαρο). Η μόνη φωτεινή ηλιαχτίδα απ’ τον νότο, αγαπημένο μέρος και πολύ μακρινή καταγωγή του γράφοντος –τουλάχιστον αυτή την εκδοχή προτιμάει–, ερχόταν από μια μικρή πόλη της Καμπανίας, από τότε που ζούσε ακόμα στους ρυθμούς του Μαραντόνα. Στην Καζέρτα, όλοι είχαν τον δικό τους θεό, τον μοναδικό Βραζιλιάνο Όσκαρ Σμιντ που, υπό τις οδηγίες του Μπόγκνταν Τάνιεβιτς, έκανε περήφανους τους –πρωταθλητές Ιταλίας το ’91, με τον γίγαντα Τσαρλς Σάκλφορντ και τον Νάντο Τζεντίλε πρωταγωνιστές– νότιους φτωχούς συγγενείς. Ποτέ άλλοτε ο νότος δεν είδε τέτοια μπασκετική χαρά και αυτή η πραγματικότητα είναι ζωντανή ακόμα και σήμερα, με μόνο 3 απ’ τις 18 ομάδες της Lega Basket Serie A να έρχονται από το κάτω μέρος της «μπότας» (Νάπολι, Μπρίντισι και Σάσαρι).

Τριάντα χρόνια αργότερα και ενώ το ιταλικό μπάσκετ βρίσκεται ακόμα σε παρακμή, μερικές ηλιαχτίδες εμφανίζονται στο προσκήνιο. Η πορεία της εθνικής στο πρόσφατο Ευρωμπάσκετ, καθώς και η επιστροφή της Βίρτους στην Ευρωλίγκα, συν τη σταθερά ενός πλήρως ισορροπημένου και ανταγωνιστικού πρωταθλήματος, που ανέδειξε τα τελευταία χρόνια και δύο εξαιρετικές –μικρομεσαίες– ομάδες. Η μία, η Βενέτσια, εξακολουθεί και σφηνώνει μεταξύ των μεγάλων και, με δύο κούπες μέσα στην προηγούμενη δεκαετία, αποτελεί πια μια σταθερά, έναν τρίτο πόλο μεταξύ των γιγάντων (Μπολόνια, Μιλάνο). Εκείνη όμως που πραγματικά ήρθε απ’ το… πουθενά και ενθουσίασε τους απανταχού φαν των outsiders ήταν μια ομάδα από τη Σαρδηνία. Έναν τόπο άγριο, μοναχικό, ιδιότροπο και φύσει αυτόνομο, αγκαλιά με το έτερον ήμισυ της… νησιώτικης αυτονομίας, την Κορσική, ζούσε και ζει εκτός πλαισίου. Όσα γνώριζα για τον τόπο που αποτελεί, με διαφορά λίγων τετραγωνικών χιλιομέτρων από την Σικελία, το 2ο μεγαλύτερο νησί της Μεσογείου, ήταν και είναι για την ποδοσφαιρική ομάδα της Κάλιαρι, μια χούφτα υπέροχες ταινίες γυρισμένες εκεί (τα αριστουργηματικά-κλασικά Padre Padrone και Η Κυρία και ο Ναύτης, το διαμαντάκι L’Arbitro [Ο Διαιτητής]), τη φυλακή στο νησάκι Αζινάρα (και τους κινηματικούς αγώνες που συνέβησαν εκεί –μέσα και έξω απ’ τα κελιά– στη δεκαετία του ’70), την πικρή ιστορία του Φράνκο Σεραντίνι που δολοφόνησαν οι μπάτσοι το ’72, το αποκαλυπτικό βιβλίο Η Ημέρα της Κρίσης του Σαλβατόρε Σάτα και κυρίως όσα έγραφε και γράφει ένας «βόρειος» που είδε …φως και μπήκε.

Ο Μάσιμο Καρλότο, κάποτε κομμάτι της αυτονομίας, όχι της… σαρδικής, αλλά της εργατικής, καταδικάστηκε ως αυτουργός σε δολοφονία που δεν είχε διαπράξει. Ερχόμενος από την Πάντοβα, μέλος της Lotta Continua, ήταν 19 ετών όταν ανακάλυψε ένα πτώμα. Οι κατηγορίες άδικες και ο ίδιος φυλακίστηκε, καταδικάστηκε, αλλά ξέφυγε στην παρανομία, μα κάποια στιγμή συνελήφθη. Έπειτα, ήρθε η λύτρωση της αποφυλάκισης και η αναγνώριση της αθωότητάς του και παράλληλα μια νέα ζωή ξεκινά, αυτή του συγγραφέα. Πλάθοντας –με αυτοβιογραφικά στοιχεία– έναν αντισυμβατικό ντετέκτιβ, τον Μάρκο Μπουράτι ή Αλιγάτορα, που λατρεύει τα blues και μπλέκει σε ζόρικες καταστάσεις, μας εισάγει στον κόσμο της βίας, του εγκλήματος, της διαφθοράς, της μαφίας, αλλά και των ηθικών αρχών των παρανόμων, την πολιτική, αναμνήσεις από τη φυλακή και άλλα πολλά. Ανάμεσα τους και η παρουσία του Μπουράτι, αλλά και του ίδιου του συγγραφέα στη Σαρδηνία –καθώς μένει εκεί πια– σε βιβλία του όπως το Μυστήριο του Μαντζαμπάρκε, που είναι ένα από τα έξι μεταφρασμένα στη γλώσσα μας. Πιάνοντας λοιπόν την πολλή μουσική που ενυπάρχει στις σελίδες, ξεκινάει ένα ταξίδι στις ρίζες. Από τον –φίλο του Καρλότο– Alberto Cabiddu και τον Piero Marras ως τον Marcello Melis και τον Paolo Fresu, οι ήχοι μάς γυρίζουν γύρω απ’ το Τυρρηνικό Πέλαγος, το στενό του Μπονιφάτσιο που απέχει καμιά κατοσταριά χλμ. απ’ την Μπερτσίντα, τόπο τέλεσης του διεθνούς Time In Jazz Festival.

Διοργανωτής και ιθύνων νους ο ίδιος ο Fresu, τέκνο (γεννηθείς στις 10.2.1961) της συγκεκριμένης κωμόπολης, κομμάτι της επαρχίας του Σάσαρι εντός της οποίας μεταπήδησε στα 70s στην ομώνυμη πρωτεύουσα, ύστερα στο Κάλιαρι και έπειτα στην ηπειρωτική Ιταλία. Όταν το φεστιβάλ έλαβε χώρα, το ’88, είχε ήδη στην πλάτη κάποια χρόνια ηχογραφήσεων στον χώρο της ιταλικής jazz, μιας «σκηνής» που έχει στη φαρέτρα της πολλά σημαίνοντα ονόματα, αλλά και φεστιβάλ (της Περούτζια –Umbria Jazz– κατά κύριο λόγο, Μπολόνια, Πεσκάρα, κ.ο.κ.). Οπότε τα όσα είχε στο μυαλό του ο Fresu, μαζί με το ταλέντο του, πραγματοποιήθηκαν εντός συνόρων, αλλά και εκτός (Γερμανία, Γαλλία, ακόμα και στα μέρη μας, παίζοντας μαζί με τον Βαγγέλη Κατσούλη). Πάντα όμως επέστρεφε «σπίτι» του. Άλλωστε, η Σαρδηνία παραμένει το πιο αυτόνομο και απομακρυσμένο κομμάτι της «μπότας». Εκεί η μουσική δεν μοιάζει με καμία άλλη και το κατάλαβα ευθύς αμέσως όταν άκουσα έναν δίσκο του τρομερού μπασίστα απ’ το Κάλιαρι Marcello Melis. Το New Village On The Left εκδόθηκε τέλος του ’77 απ’ τη σημαντικότερη jazz ετικέτα της Ιταλίας (Black Saint), ηχογραφημένη σε δύο μέρη, το μεγαλύτερο στη Νέα Υόρκη και το υπόλοιπο στο Οργκόσολο, στο κέντρο –την καρδιά– του νησιού.

Εκεί που γεννήθηκαν οι «ληστές» των βουνών, σ’ ένα εξεγερτικό πλαίσιο που πήρε σάρκα και οστά το ’69, με φόντο το «άγριο» γύρω τοπίο. Πρατομπέλο σημαίνει λιβάδι στην –αρχαία– γλώσσα του νησιού. Σ’ αυτό λοιπόν το χωριό της επαρχίας Νουόρο, ένα πλήθος χωρικών, κτηνοτρόφων, αγροτών, βοσκών, αντιτάχθηκε στις εντολές του στρατού που ήθελε να κάνει πεδίο βολής τα βοσκοτόπια της περιοχής. Η Σαρδηνία αποτελεί μια υπερστρατιωτικοποιημένη ζώνη, με νατοϊκές βάσεις ήδη από τη δεκαετία του ’50 και πυρηνικά που μολύνουν νερό και αέρα, έτσι όντας ουσιαστικά υπό κατοχή, οι… υποταγμένοι θα έπρεπε απλώς να σκύψουν το κεφάλι. Φευ όμως, όπως ήδη από τα χρόνια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας έκαναν οι αυτόχθονες, δεν υποτάχθηκαν. Οι «πολιτισμένοι» τούς βάφτιζαν κάποτε βάρβαρους, έτσι η ευρύτερη περιοχή γύρω απ’ το Gennargentu έμεινε ως Barbagia (υπάρχουν μάλιστα δύο υπέροχα ομότιτλα κομμάτια των ιταλικών 70s σχετικά, ένα των Yu Kung και ένα –οργανικό– των Enzo Scoppa, Francesco Santucci). Οι «άγριοι» αποτελούν βασικό συστατικό της ιστορίας του νησιού και παρομοίως εκφραστικό μέσο της ντοπιολαλιάς. Ποίηση, τραγούδι, κινηματογράφος δεν φοβούνται ν’ ακουμπήσουν από μέσα τους ανθρώπους εκείνους, έτσι ένας από τη σάρκα τους, ο Nicolo Giuseppe Rubanu, με το Gruppo Rubanu Orgosolo, ελάλησε με τις βαθιές φωνές τους την ιστορία του τόπου. Και όχι απλώς σε μια λαϊκή ηχογράφηση, αλλά ως σφήνα σε κάτι πειραματικό, «μοντέρνο», προχωρημένο, σαν και εκείνο το LP του Melis. Δεν κώλωσε λοιπόν να συμπεριλάβει την παράδοση και όχι εν είδει φολκλόρ, αλλά ως κάτι ζωντανό, ουσιαστικό, κοινωνικό, πολιτικό και για όσους τολμούν να (ξαν)ακούν επανειλημμένα το άλμπουμ εκείνο, η αγαλλίαση τους τυλίγει.

Από παιδί αγαπούσα την ιστορία, με όλους τους τρόπους που μπορεί να μαθευτεί, να εντυπωθεί σε «κενά» μυαλά. Ε, αν όμως συνοδεύεται από ήχους ή η μουσική εισάγει στο ιστορικό πλαίσιο σπρώχνοντάς σε να μάθεις, ακόμα καλύτερα. Τούτο πράττει ξανά ο Melis στο επόμενο άλμπουμ του Free To Dance (1978, Black Saint και πάλι) όπου, πλάι στους –διεθνείς παιχταράδες– Nana Vasconelos, Lester Bowie, George Lewis, Enrico Rava, Sheila Jordan, παίρνει τ’ αυτί σου κάτι… κουδούνια. Ηχογραφημένα στο καρναβάλι των Μαμουθόνων, μια αρχαία παγανιστική γιορτή που δοξάζει τη φύση και τα ζώα και οι άνθρωποι φορούν αυτές τις γκροτέσκες και τρομακτικές μάσκες, φτάνοντας σε έκσταση. Λέγεται πως ο ήχος των κουδουνιών συμβολίζει τον ζυγό των κατακτητών (Ρωμαίων, Ιταλών) που αναπαριστούν σήμερα οι Ισσοδαχόρες. Ο νουοραγικός πολιτισμός από τα χρόνια του χαλκού μάς συνδέει με το παρόν, όχι μόνο μέσω του καρναβαλιού, αλλά και με το… θέμα του κειμένου, την Ντιναμό Σάσαρι, το παρατσούκλι της οποίας είναι γίγαντες, παρμένο από τους γίγαντες του Mont’e Prama. Το νησί που φημιζόταν –αθλητικά– για τη μεγάλη Κάλιαρι των 70s και για τον μικρό μάγο Τζιανφράνκο Τζόλα, απέκτησε ξαφνικά μια πρωταθλήτρια στη Lega Basket Serie A. Το περασμένο καλοκαίρι, διαβάζοντας ένα άρθρο για το νέο Ελντοράντο του ευρωπαϊκού μπάσκετ, με την επιστροφή της Βίρτους στην Ευρωλίγκα και την πολυέξοδη Αρμάνι να προελαύνει μεταγραφικά, κάπως… πεισματικά μού ήρθε στον νου εκείνη η εποποιία του 2015. Ο outsider κόουτς Ρομέο Σακέτι και οι μπιανκομπλού αρμάδα του στέφτηκαν πρωταθλητές, κόντρα σε όλα τα προγνωστικά. Μια ηλιαχτίδα ελπίδας σ’ έναν κόσμο που χάνεται. Το χρήμα, οι δυνατοί, οι κλειστές λίγκες σπρώχνουν προς τον αφανισμό τους μικρούς και τα εθνικά πρωταθλήματα στην αφάνεια.

Η Σαρδηνία δεν είναι μία, αν με νοείτε. Υπάρχει η τουριστικοποιημένη, με τις ακτές, τα γιοτ, τις βίλες, τα ξενοδοχεία, και η ενδοχώρα, βραχώδης, άγρια, αραιοκατοικημένη. Ο ιδρυτής και ιθύνων νους του μεγαλύτερου κομμουνιστικού κόμματος της δυτικής Ευρώπης υπήρξε γέννημα θρέμμα του νησιού, το ίδιο και αυτός που «δολοφόνησε» ό,τι ριζοσπαστικό είχε απομείνει σε αυτόν τον πολιτικό χώρο. Από τον Γκράμσι στον Μπερλίνγκουερ (διαβάστε στο τεύχος 29, όπως και στην πρόσφατη ειδική έκδοση του περιοδικού για τον μοναδικό Χρίστο Χαραλαμπόπουλο, το κείμενό του: ένα παραμύθι για το ποδόσφαιρο και όχι μόνο) και μεταξύ των δύο Σάρδων, ο Τολιάτι, που έζησε και φοίτησε στο Σάσαρι, το ΚΚΙ έχει μια… αύρα του νησιού, μα αν θέλαμε να την οπτικοποιήσουμε, αυτή θα είχε –γνώμη μου– την εικόνα του ποιητή, τραγουδιστή και συνδικαλιστή Peppino Marotto. Ο Οργκολέζος έγραψε για τον Γκράμσι, την εξέγερση του Πρατομπέλο, την ταξιαρχία του Σάσαρι και τον πόλεμο, τους εμιγκρέδες, τις τοπικές βεντέτες, την περηφάνια των γηγενών. «Η Σαρδηνία είναι ένας τόπος που ζει αιώνια στα σύνορα μεταξύ νεωτερικότητας και αρχαϊσμού», λέει ο συγγραφέας Flavio Soriga και ακριβώς αυτός που αντιπροσωπεύει επάξια το ρητό είναι ο μπασίστας Marcello Melis.

Δεν είναι τυχαίο πως η μελέτη για τη jazz του νησιού από τον Claudio Loi –που έχει γράψει πέντε βιβλία για τη μουσική της Σαρδηνίας– τιτλοφορείται Sardinia Hot Jazz le origini del jazz in Sardegna da Antonio Gramsci a Marcello Melis (H προέλευση της τζαζ στη Σαρδηνία από τον Γκράμσι μέχρι τον Μελίς). Και επίσης δεν είναι τυχαίο πως αυτός ο πλάνητας (έζησε στη Ρώμη, τη Νέα Υόρκη και αλλού) πάντα έψαχνε την αυθεντικότητα στις ρίζες (του), ταλανιζόμενος απ’ την επιθυμία του για «φυγή». Και ακριβώς γι’ αυτό, το βιβλίο τον έχει ως βασική φιγούρα της εξιστόρησής του. Από το Perdas De Fogu του ’75, ως τον «καθρέφτη» της Σαρδηνίας το Angedras του ’83, το νησί της Μεσογείου βρίσκεται βαθιά στο σύμπαν του καλλιτέχνη και στους πέντε προσωπικούς του δίσκους. Αγαπούσε τον τόπο του έστω και από μακριά, άλλωστε οι δεσμοί από απόσταση ενέχουν ένα ιδιότυπο μυστήριο. Το ’94 αποχαιρέτησε πρόωρα τα εγκόσμια, αλλά είμαι σίγουρος πως το καλοκαίρι του 2015 χαμογελούσε βλέποντας τον Μανουέλ Βανούτσο –αρχηγό και «πολιτογραφημένο» Σάρδο πια– να σηκώνει το τρόπαιο του πρωταθλητή. Και μαζί του, χαμογελούσαμε όλοι όσοι αγαπάμε τις δονκιχωτικές ιστορίες που γεννάει το αγαπημένο μας άθλημα. Κατά βάθος, πιστεύω πως και ο Γκράμσι από τόπο χλοερό θα έσφιγγε τις γροθιές του. Προσωπικά, εξακολουθώ να… κρυφογελάω –δίχως ίχνος κακίας, όμως– βλέποντας την κακή ως κάκιστη πορεία και των δύο «βόρειων» πολυεκατομμυριούχων στη φετινή Ευρωλίγκα και αυτό όχι λόγω αντιπάθειας για τους δύο ιστορικούς συλλόγους.

*Ο τίτλος του κειμένου προέρχεται από την αρχαία σάρδικη γλώσσα και σημαίνει πέτρες της φωτιάς, αποτελεί υπαρκτό τόπο του νησιού, αλλά και τίτλο βιβλίου του Μάσιμο Καρλότο (2008), το οποίο δυστυχώς δεν έχει μεταφραστεί στη γλώσσα μας. Μα πάνω απ’ όλα, αποτελεί το πρώτο προσωπικό LP του Melis που εισάγει τον ακροατή στο ιδιότυπο σύμπαν του.


More Posts for Show: Noir