Ξεκλείδωσε και μπήκε. Η είσοδος της πολυκατοικίας ήταν θεοσκότεινη. Του μύρισε μούχλα κι έτσι κράτησε την ανάσα του μέχρι ν’ ανέβει τα σκαλιά, από συνήθεια πια.

Έφτασε στην πόρτα, κοίταξε κλεφτά δεξιά κι αριστερά, να τσεκάρει πεδίο, λες και θα έμπαινε σε ξένο σπίτι. Και μπήκε.

«Ανέστη αγόρι μου, όχι τόσο νωρίς, δεν είπαμε;»

Έκανε να ξαναβγεί, μετά γύρισε απότομα προς το διάδρομο, σα να τον είχε σμπρώξει ένα δυνατό χέρι. Έτρεξε, μπήκε στο δωμάτιό του και κλείδωσε. Όρθιος μπροστά στην πόρτα, έβαλε το χέρι του μέσα στο παντελόνι κι έμεινε εκεί, για δυο λεπτά. Είχε κάνει λάθος να γυρίσει τόσο νωρίς. Η μαμά είχε ακόμη πελάτες μέσα και το είχανε πει, να μη γυρνάει ποτέ πριν τις οχτώ.

Δυο λεπτά πάλεψε με την βλακεία του να γυρίσει τόσο νωρίς, την καθάρισε, κι άλλα δυο λεπτά έμεινε μετά χωρίς αναπνοές, με τα μάτια καρφωμένα στο χαλί. Ανέβασε το παντελόνι του και το κούμπωσε. «Δεν έγινε και τίποτα, κι άμα κρυβόμαστε δηλαδή τί γίνεται; Βλακείες, τόσον καιρό βλακείες δικές της» σκέφτηκε.

Ξάπλωσε στο κρεβάτι και πήρε το κινητό. Έψαξε στις κλήσεις, χαμογέλασε και το ‘βαλε στο αυτί.

–         Τί θες;
–         Γιατί μιλάς έτσι ρε;
–         Τους τα έχω πει αυτα που κάνεις, ετοιμάσου να σε πάνε φυλακή.
–         Λες μαλακίες.
–         Εγώ δε σε φοβάμαι πια και ..

Στην επόμενη φράση πετάχτηκε από το κρεβάτι.

–         Άκου να σου πω ανώμαλε, όλα τα ξέρουμε κι έχουμε μιλήσει ήδη με την αστυνομία. Είπαμε να σου τη χαρίσουμε μια τελευταία φορά, όχι τίποτε άλλο, αλλά δε φταις κι εσύ, της μάνας σου τα χαΐρια πληρώνεις. Αν την ξαναπάρεις τηλέφωνο ή σε πετύχει πουθενά ο πατέρας της να της μιλάς, θα την πληρώνεις μια ζωή.

Έκλεισε το τηλέφωνο και το πέταξε πίσω από το κρεβάτι. Έχωσε το πρόσωπό του στο πάπλωμα. Δυσκολευόταν να αναπνεύσει, αλλά φοβόταν ότι η ανάσα του, θ’ ακουγόταν μέχρι το δωμάτιο της μαμάς.

Έψαξε πάλι για το κινητό. Σηκώθηκε κι άρχισε να πηγαινοέρχεται πάνω κάτω.

«Έλα, ρε μαλάκα. Ε τί; Την πήρα και βγήκε η μάνα της. Θα με πάνε μέσα, έτσι είπε, ρε μαλάκα. Όταν με έψαχνε για να την πηδήξω ήτανε καλά, ρε μαλάκα, τώρα με έβγαλε ανωμαλάρα. Κι έβαλε τη μάνα της μπροστά, τη συμβολαιογράφα που την έβριζε, ότι δεν την πηδάει ο πατέρας της και καθαρίζει όλη μέρα. Την κυρα-Καίτη την υστερικιά, ρε μαλάκα, ναι.»

Άκουσε φασαρία στο διάδρομο. Έκλεισε το κινητό και καρφώθηκε πίσω από την πόρτα του. «Ναι μωρό μου, πες του να με πάρει για την Πέμπτη. Άντε, καληνύχτα»

Η εξώπορτα έκλεισε κι η μαμά μπήκε στην κουζίνα. Άναψε το ραδιόφωνο, γύρισε στο σταθμό κι ακούστηκε:

«Αυτός ο έρωτας, αυτό τ’ αγόρι, άγγελος ήταν στον ουρανό.
Κι ήρθε σε μένα να μου χαρίσει μ’ ένα φιλί του, ό,τι ζητώ»

Κάθισε, ακούμπησε την πλάτη της στον τοίχο κι άναψε τσιγάρο. «Ανέστη, θα φτιάξεις τίποτα, να πάω να κάνω μπάνιο;»

Ξεκλείδωσε και πήγε στην κουζίνα. Δεν την κοίταξε, άνοιξε το ψυγείο.

–         Έχουμε για σαλάτα, λουκάνικα βλέπω και φασολάκια από χθες. Τί θες να φτιάξω;
–         Τί έχεις;
–         Τί να έχω, πεινάω. Να φτιάξω τα λουκάνικα με πατάτες..
–         Τί έγινε;
–         Ρε μαμά!
–         Σε πείραξε που ήταν εδώ ο κύριος Πέτρος; Αφού τα έχουμε πει βρε αγόρι μου..
–         Θα σταματήσεις; Λες μαλακίες!
–         Μη μιλάς έτσι στη μάνα σου. Έτσι μου μιλάς; Είναι σωστό;
–         Ναι, είσαι εσύ σωστή και.. Σαλάτα δεν κάνω, βαριέμαι.
–         Σε τί δεν είμαι σωστή, Ανέστη; Τί σου είπανε πάλι; Δε σου είπα να μην έχεις εσύ κουβέντες;
–         Άστο ρε μαμά!
–         Πού πας;
–         Άσε με λέμε!

Πήρε τα κλειδιά και βγήκε. Κατέβηκε τις σκάλες, ανάσανε όλη τη μούχλα του ισογείου και μπήκε στο αμάξι. Βγήκε στο δρόμο, έκανε τον κύκλο και σταμάτησε έξω από το σπίτι. Είδε φώτα μέσα, τηλεόραση έπαιζε και κάποιος έκλεινε τις κουρτίνες στα επάνω δωμάτια. Κάθε λίγο, έκλεινε κι άλλη μια κουρτίνα. Τις ήξερε αυτές τις κινήσεις, τις παρακολουθούσε κάθε απόγευμα τους τελευταίους μήνες, που την περίμενε να βγει να πετάξει τα σκουπίδια στη γωνία. Έλεγε εκείνη ότι πάει να μιλήσει στο κινητό κι έμπαινε στο αμάξι μαζί του. «Σαπισμένη οικογένεια. Μέχρι και για τα σκουπίδια έχουν συγκεκριμένη ώρα, τα φρικιά. Και θα πούνε αυτοί για μας» σκέφτηκε.

Η πόρτα του σπιτιού άνοιξε. Το φως της αυλής ήταν σβηστό, αλλά διέκρινε φιγούρα γυναικεία. Κρατούσε σακούλα, προχώρησε στον κήπο και βγήκε. Στο φως του δρόμου την είδε. Η κυρα-Καίτη.

Έβαλε μπρος τη μηχανή, γύρισε το τιμόνι και πάτησε γκάζι. Χωρίς φώτα.

κατ