Πες μου τι είναι η μουσική για σένα.
Ωραία, τώρα προχωράμε, με το ραδιόφωνο τι σχέση έχεις;
Αν ρωτούσα να μου πεις μία ιστορία γύρω από το ραδιόφωνο τι θα μου έλεγες, θα αφορούσε εσένα, κάτι φανταστικό;
Ναι δίκιο έχεις, μπορεί να μιλά και για κάτι άλλο.
Πες μου λοιπόν, σ’ ακούω.

Τέσσερις μικρές ιστορίες γύρω, πάνω, μέσα & έξω από το ραδιόφωνο, τιμώντας έτσι τα δεκαπέντε χρόνια ύπαρξης του Music Society.

Η δεύτερη ιστορία από τον Ανδρέα Ζαβιτσάνο


Ο ΚΟΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΚΑΚΟΣ

στον Σπύρο Καλετσάνο, τον ευπατρίδη του μιούζικ σοσάιτι

Της έμεναν ακριβώς είκοσι επτά λεπτά. Πάνω στον πάγκο της κουζίνας είχε αφήσει την απόδειξη από το φαρμακείο. Χθεσινή ημερομηνία. Η ώρα αγοράς ακριβώς πριν είκοσι δύο λεπτά και μια μέρα. Ένα φυτικό σιρόπι για το βήχα με θυμάρι, ευκάλυπτο, μάραθο και μέντα. Τιμή έντεκα ευρώ και εξήντα λεπτά. Είχε πληρώσει με μετρητά. Θυμήθηκε την αποδοκιμασία στη μούρη της φαρμακοποιού. Ένα αυστηρά ελεγχόμενο υγειονομικό περιβάλλον προκρίνει τις ανέπαφες συναλλαγές. Μα καλά πού ζούσε. Δεν είχε αντιληφθεί την κρισιμότητα της κατάστασης. Μόλις πριν δύο ώρες είχαν ανακοινωθεί τα ημερήσια δεδομένα της πανδημίας: εκατόν τριάντα τρεις νεκροί, εξακόσιοι εξήντα πέντε διασωληνωμένοι, τρεις χιλιάδες τρία νέα κρούσματα. Προς στιγμή είχε αναρωτηθεί για τον καρκινικό αριθμό, αλλά τον απέδωσε σε αδυναμία του εθνικού οργανισμού δημόσιας υγείας. Μάλλον δεν πρόλαβε να καταχωρηθεί τουλάχιστον άλλο ένα ακόμα άτομο. Και οι διασωληνωμένοι γιατί είχαν βγει εξακόσιοι εξήντα πέντε; Τι συμβαίνει με τη σαδιστική ουδετερότητα των αριθμών; Γιατί δεν είχε πληρώσει με την κάρτα της; Γιατί θυμόταν ακόμα τη ξινή μούρη της πενηντάρας με τη λευκή ρόμπα; Ξεφύσηξε. Έπρεπε να βιαστεί. Είχε ακόμα είκοσι επτά λεπτά.

Άνοιξε το βαζάκι με τις ελιές από τη Χίο. Βούτηξε τη μύτη του μαχαιριού για τα φρούτα στο γεμάτο ελαιόλαδο βαζάκι. Άφησε το μαχαίρι να στραγγίξει πάνω από το στόμιο και προσεκτικά ακούμπησε τη μύτη του πάνω στην αναγραφόμενη ημερομηνία της απόδειξης. Το οκτώ έγινε μια θολή κηλίδα. Αμέσως έριξε ένα μικρό κομματάκι χαρτί κουζίνας από πάνω να σταματήσει την εξάπλωση. Σε ένα λεπτό η απόδειξη ήταν έτοιμη. Την έβαλε στο σακουλάκι του φαρμακείου μαζί με το σιρόπι. Κοίταξε το κινητό της. Η μετακίνησή της είχε εγκριθεί. Τέτοια ώρα κανονικά θα έπρεπε να βρισκόταν στο δρόμο της επιστροφής στο σπίτι της. Έριξε μέσα στην τσάντα της το μπαλταδάκι που είχε για να κόβει τη χριστουγεννιάτικη γαλοπούλα, το αντισηπτικό, τα υγρά αλκοολούχα μαντηλάκια, τα λαστιχένια χειρουργικά γάντια, μια εφεδρική μάσκα μιας χρήσης, έκλεισε πίσω της τα φώτα και τράβηξε την εξώπορτα. Τα κλειδιά της ήταν μέσα στο χάος της τσάντας της. Θα άφηνε ξεκλείδωτα.

Η φθινοπωρινή υγρασία είχε αρχίσει να μαρινάρει τα κόκκαλα. Κανένας δεν ήταν σίγουρος ότι θα δει την άνοιξη. Καλά καλά δεν υπήρχε σιγουριά και για την αλλαγή του χρόνου. Εννιά μήνες είχαν περάσει μέσα σε μια κόλαση αλγορίθμων, διαταγμάτων, ανασφάλειας και αποστασιοποίησης. Ίσως ο λίγο περισσότερος ήλιος είχε διατηρήσει μια ελπίδα. Μάλλον όμως ήταν συμπτωματική.Τώρα η πρόωρη σκοτεινιά κάλυπτε ότι απέμενε από τα πρόσωπα. Τα μάτια της. Φοβόταν τα μάτια της μην αποκαλύψουν τα πάντα. Για καλή της τύχη οι λάμπες στον δρόμο δεν είχαν ανάψει. Ούτε ο εορταστικός στολισμός. Κάποιο βραχυκύκλωμα. Η φθινοπωρινή υγρασία, σκέφτηκε, είχε αρχίσει την αργή και βασανιστική αποσύνθεση του κόσμου.

Έπρεπε να περάσει από το σουβλατζίδικο που βρισκόταν ακριβώς στη μέση της απόστασης από το φαρμακείο στο σπίτι της. Τώρα βέβαια περπατούσε ανάποδα τη διαδρομή. Είχε αρχίσει να ψιλοβρέχει. Το μαύρο νορθ φέις θα την προστάτευε, αλλά, όπως και να το δεις το πράγμα, ήταν αναποδιά. Η βροχή ταιριάζει στο χώμα όχι στο τσιμέντο. Βάδιζε γοργά και όσο το δυνατόν κάτω από τις εσοχές των πολυκατοικιών και τα μπαλκόνια των πρώτων ορόφων. Φοβόταν και να μη γλιστρήσει. Τα αθλητικά της ήταν περσινά και όλο και κάπως φθαρμένη θα ήταν η σόλα. Η αλήθεια είναι ότι δεν τα είχε φορέσει πολύ, γιατί μετά τον θάνατο του Μίκη είχε κόψει τις βόλτες στον λόφο και το πρωινό τρεξιματάκι. Ευτυχώς δεν είχε παχύνει, καθώς, ενώ αύξανε τα ημερήσια τσιγάρα και το καναδέζικο ουίσκι, μείωνε την ημερήσια κατανάλωσης τροφής. Καμιά φορά περνούσε και ένα σαββατοκύριακο μόνο με καρέλια λάιτς, κανάντιαν κλαμπ, ένα σακουλάκι αμύγδαλα και ηχητική υπόκρουση ιντερνετικού ραδιοφώνου. Κονσέρβες του Μιούζικ Σοσάιτι. Ειδικά το Νουάρ. Ε, και νέτφλιξ στο μιουτ. Μεταμοντέρνες μπατσοσειρές με φουκοϊκούς ήρωες. Οι αγαπημένοι της. Το σουβλατζίδικο ήταν άδειο.

Πήρε τη χαρτοσακούλα με τα δύο καλαμάκια κοτόπουλο και βγαίνοντας έστριψε δεξιά κάτω στο στενό. Είχε μια μικρή εσοχή μετά το πρώτο σπίτι, η οποία έφτιαχνε μια ωραία πυλωτή με ένα ξύλινο παγκάκι με τσιμεντένια βάση από κάτω. Κάθισε, άνοιξε τη σακούλα και έριξε μπόλικο λεμόνι στα καλαμάκια. Ένα λαδωμένο υγρό σχηματίστηκε στο πάτο και άρχισε να ποτίζει την εξωτερική επιφάνεια. Αμέσως έβγαλε το σακουλάκι του φαρμακείου και το ακούμπησε στην υγρή επιφάνεια. Πότισε αμέσως. Η μυρωδιά της τσίκνας της άνοιξε την όρεξη. Δάγκωσε το ένα καλαμάκι, κατάπιε βιαστικά, έριξε το σακουλάκι του φαρμακείου μέσα σε εκείνο του σουβλατζίδικου και ξεκίνησε να κατηφορίζει. Το χέρι της άφησε το λεμόνι να κατρακυλήσει στον δρόμο. Η βροχή δυνάμωνε και τα λεπτά λιγόστευαν.

Έκανε μια βόλτα γύρω από το τετράγωνο και ξαναβγήκε στον δρόμο προς το σπίτι της. Δεν κυκλοφορούσε ψυχή. Μόνο μια παρέα τεσσάρων ατόμων που προχωρούσε μπροστά της, ξαφνικά σταμάτησε και μπήκε στην είσοδο μιας πολυκατοικίας, ένα στενό παρακάτω. Προς στιγμή ζήλεψε. Κοντοστάθηκε. Τι είχε συμβεί ένα χρόνο τώρα; Ατυχία, πίκρα, απογοήτευση, απελπισία. Είχε φτάσει όντως έως το τέρμα. Μια εποχή γεμάτη θάνατο θα ολοκληρωνόταν και με έναν που πραγματικά να αξίζει. Σκέφτηκε για λίγο, αν πράγματι υπάρχει δικαίωση στον θάνατο. Αν υπάρχουν δίκαιοι νεκροί. Αυτούς που είχε αγγίξει, παγωμένους με τα χέρια σταυρωμένα πάνω στο στήθος, σίγουρα ήταν άδικοι. Τέσσερις σε δώδεκα μήνες. Όχι. Εκείνος που είχε σχεδιάσει να σκοτώσει απόψε, έπρεπε να μην είχε γεννηθεί ποτέ. Έβαλε το χέρι της μέσα στην τσάντα της και ψαχουλεύοντας βρήκε τον μπαλτά. Η καρδιά της κρατήθηκε από τη λαβή του. Το μυαλό της καθάρισε.

Ναι, υπήρχε μίσος ύστερα και από το τέταρτο φέρετρο. Ίσως υπήρχε από την αρχή. Μπορούσε ακόμα να γυρίσει σπίτι της. Μπορούσε να γυρίσει, να φάει το υπόλοιπο καλαμάκι της. Να δει τον τρίτο κύκλο της βρετανικής σειράς με τον σχιζοειδή μπάτσο. Να πιει το κανέντιαν που είχε μείνει ακούγοντας το αφιέρωμα στη βελγική ανεξάρτητη σκηνή των 80ς. Να κλάψει και λίγο πριν τα πρώτα λεωφορεία ξεκινήσουν την αιώνια επιστροφή τους να κοιμηθεί. Περίπου ήρεμη, περίπου ζωντανή. Το χέρι της έσφιγγε τη λαβή. Πλησίαζε στο σπίτι της. Η ώρα ήταν εννιά παρά δέκα. Σε δέκα λεπτά άρχιζε η απαγόρευση κυκλοφορίας. Πέρασε στο απέναντι πεζοδρόμιο. Ερημιά. Στο επόμενο τετράγωνο κανονικά θα βρίσκονταν σταθμευμένοι τα δίκυκλα των μπάτσων με τα αντίστοιχα ζευγάρια τους. Προστάτευαν την απαγόρευση. Λίγα επαγγέλματα υπάρχουν για να προστατεύουν ότι αντιτίθεται στη ζωή. Σκέφτηκε τους απολυμαντές. Ήταν μάλλον συναφής δουλειά. Δεν είχε χρόνο να ξεκαθαρίσει τη στάση της απέναντί τους. Στον αριθμό ενενήντα δύο σταμάτησε. Κατέβασε λίγο τη μάσκα της, μπούκωσε το στόμα της με δύο χαρτοπετσέτες από το σουβλατζίδικο, ανέβασε πάλι τη μάσκα της και χτύπησε το κουδούνι. Μερικά δευτερόλεπτα μετά ξαναχτύπησε. Μόλις ακούστηκε η φωνή του, η παραγγελία σας, του απάντησε.

Τον είχε σταμπάρει δύο μήνες τώρα. Από τα τέλη Σεπτεμβρίου. Κάθε Τετάρτη βράδυ ερχόταν στο μικρό δυάρι του τρίτου ορόφου, ακριβώς απέναντι από το διαμέρισμά της. Λίγο μετά τις οκτώ, άνοιγε τα φώτα και την τηλεόραση. Καθόταν στον καναπέ κρατώντας ένα ποτήρι με δυο δάχτυλα σκοτσέζικο ουίσκι διπλής απόσταξης. Άφηνε το μπουκάλι στο τραπεζάκι μπροστά του. Άναβε το πούρο του και ύστερα από μια βαθιά ρουφηξιά έπαιρνε τηλέφωνο. Τρεις στις τέσσερις φορές ήταν σούσι. Περίπου πενήντα λεπτά αργότερα εμφανιζόταν ο ντελιβεράς. Δέκα λεπτά μετά ερχόταν και το ραντεβού. Γκόμενα, ερωμένη, γραμματέας; Σίγουρα πάντως δεν ήταν πόρνη. Δύο μήνες τώρα ήταν η ίδια, αλλά πάλι ποτέ δεν ξέρεις. Μέχρι να τελειώσει η εκπομπή -την οποία παρουσίαζε κάθε Τετάρτη βράδυ στις δέκα-, να ολοκληρώσουν το γεύμα τους και να στραγγίξει το μπουκάλι από τη Σκωτία, τα παντζούρια δεν έκλειναν. Τα φώτα έσβηναν γύρω στις τρεις το ξημερωμα. Τον άνθρωπο αυτόν δεν τον γνώριζε. Τον παρατηρούσε μονάχα κάθε Τετάρτη δύο μήνες τώρα. Ίδια τελετουργία για αυτόν, ίδια και για εκείνη.

Κάλεσε το ασανσερ. Έβγαλε τον μπαλτά από την τσάντα της. Το δεξί της χέρι τον κρατούσε σφιχτά. Αποφασισμένα. Δεν τον είχε δει ποτέ να ανοίγει την πόρτα του διαμερίσματος προτού ο ντελιβεράς χτυπήσει το κουδούνι. Η πολυκατοικία ήταν πιστή αντιγραφή της δικής της. Κλασικός αστικός σχεδιασμός του τέλους της δεκαετίας του ‘60. Τέσσερα διαμερίσματα στον όροφο. Δύο δυάρια -ένα πρόσοψης, ένα εσωτερικό-, ένα τριάρι και ένα τεσσάρι διαμπερή. Έτσι έως τον τέταρτο. Στον πέμπτο μονάχα δύο ρετιρέ. Στο κέντρο οι κάτοικοι ήταν φοιτητές, δημόσιοι υπάλληλοι μέσης και ανώτερης βαθμίδας, γιατροί, δικηγόροι. Τώρα τα επαγγέλματα μπορεί να έχουν αλλάξει, αλλά η προϋπόθεση παραμένει ίδια: χρειάζεται ένα σταθερό μέσο ή μάλλον ανώτερο εισόδημα. Αυτή ήταν ξεναγός. Το σπίτι της ιδιόκτητο. Το πατρικό της. Κι ύστερα από το τέταρτο φέρετρο ολόδικό της. Βγήκε στον τρίτο και χωρίς να ανάψει το κοινόχρηστο φως χτύπησε την πόρτα.

Είχε πάρει την απόφαση να τον σκοτώσει από τη δεύτερη κιόλας Τετάρτη που στήθηκε να τον παρακολουθήσει. Τι συμβαίνει και ένας καθημερινός, τυπικός άνθρωπος αποφασίζει να σκοτώσει κάποιον άλλον; Είναι μια κατάσταση ψυχοκοινωνική ή απόλυτα ψυχοσυναισθηματική; Όσον αφορά την πρώτη περίπτωση μέχρι την κήρυξη της έκτακτης ανάγκης η ζωή της ήταν εντελώς φυσιολογική. Μια καλοπληρωμένη και σίγουρη δουλειά λόγω του αυξανόμενου τουρισμού, μια υγιή ερωτική σχέση, μια αλληλοϋποστηρικτική οικογένεια. Ακόμα και ο θάνατος του πατέρα της ένα χρόνο πριν ήταν αναμενόμενος. Κι ύστερα όλα διαλύθηκαν. Πρώτα ο έρωτας, μετά η δουλειά στο τέλος η οικογένεια. Κλείστηκε στον εαυτό της, όπως όλη η κοινωνία κλείστηκε στο καβούκι της. Η απελπισία της φαινόταν εναρμονισμένη με την συνολική απελπισία μιας χώρας. Το κοινωνικό αδιέξοδο δεν υστερούσε μπροστά στο δικό της υπαρξιακό. Όμως ακόμα δεν κυκλοφορούσαν όλοι με έναν μπαλτά στο χέρι. Αλλά και για εκείνη δύο μήνες πριν, ο φόνος ήταν απλώς το βασικό συστατικό μιας καλογυρισμένης μπατσοσειράς. Ένιωθε κουρασμένη, αποκαρδιωμένη, καταθλιμμένη. Το χέρι της δεν θα μπορούσε να κρατήσει έναν μπαλτά χωρίς να τρέμει. Δεν θα μπορούσε να κρατήσει ένα τσιγάρο χωρίς να τρέμει. Μα τώρα, μπροστά στην πόρτα του, ακόμα και ο παλμός του αίματος στη φλέβα της είχε πετρώσει.

Η πόρτα άνοιξε. Εκείνος στεκόταν χαλαρός, ξυπόλητος, φορώντας κάτι κίτρινες κάλτσες με πράσινα κροκοδειλάκια επάνω τους, που λίγο έλειψε να την αποσυντονίσουν, ένα καπαρντινέ μπλε παντελόνι με λάστιχο και κορδονάκια στη μέση, το αγαπημένο του λευκό κοντομάνικο με την στάμπα από το Ρολάν Γκαρός του 2016 και ένα πενηντάευρο στο δεξί χέρι. Ήταν πιο κοντός από ό,τι φαινόταν στην τηλεόραση και από την μπαλκονόπορτά της. Στο ύψος της. Για φαντάσου! Το χέρι της με τον μπαλτά μπορούσε ευθύβολα να του κόψει το λαρύγγι. Ούτε τριών δευτερολέπτων δουλειά. Ενώ ο μπαλτάς καρφωνόταν στον λαιμό του, ακαριαία τον κλώτσησε δυνατά. Το πλαδαρό κορμί του έπεσε άτσαλα στο χαλί. Ακούστηκε ένας γδούπος και έκλεισε βιαστικά την πόρτα πίσω της. Από το διπλανό διαμέρισμα ακουγόταν στη διαπασών το δελτίο καιρού. Περίμενε μερικά δευτερόλεπτα να διαπιστώσει ότι κανείς ένοικος του ορόφου δεν είχε αντιδράσει στον ξαφνικό θόρυβο και ύστερα έσκυψε από πάνω του. Ξεκάρφωσε τον μπαλτά από τον λαιμό του και το αίμα κύλησε ορμητικό. Είχε ξεψυχήσει αμέσως. Σκούπισε τον μπαλτά με τα υγρά μαντηλάκια της και τα έριξε μέσα στη σακούλα με τα καλαμάκια. Ξαναέβαλε τον μπαλτά στην τσάντα της.Τέντωσε τα λαστιχένια γάντια στα δάχτυλά της. Δεν είχαν ούτε μια σταγόνα αίμα. Αν καθόταν τώρα, όπως κάθε Τετάρτη, στον καναπέ της, θα ήταν η μοναδική αυτόπτης μάρτυρας μιας στυγερής δολοφονίας. Βγήκε προσεκτικά στον διάδρομο. Τα φώτα ήταν κλειστά. Τράβηξε απαλά την πόρτα και σταθερά αλλά γοργά κατέβηκε τις σκάλες. Η ώρα ήταν εννιά παρά έξι. Στην είσοδο της πολυκατοικίας στεκόταν ένας ντελιβεράς. Σήμερα κινέζικο. Τα μάτια τους διασταυρώθηκαν, αλλά και πάλι μόνο τα μάτια διακρίνονταν στις συναντήσεις ανάμεσα σε ανθρώπους καιρό τώρα. Και πολύ καιρό τώρα τα περισσότερα μάτια είχαν την ίδια απόγνωση.

Ακριβώς μπροστά στην είσοδο σταμάτησε ένα ταξί. Μια καλοντυμένη ψηλή γυναίκα βγήκε και έτρεξε να προλάβει τον ντελιβερά που, καθώς η πόρτα έκλεινε πίσω του, καλούσε το ασανσέρ. Παρόλα αυτα δεν επιτρεπόταν να μπουν δυο άτομα στην καμπίνα του, αν δεν ήταν της ίδιας οικογένειας. Ψιλά γράμματα πέντε λεπτά πριν την απαγόρευση της κυκλοφορίας. Επιβιβάστηκε στο ταξί της ψηλής και φεύγοντας τους είδε να ανεβαίνουν μαζί. Αναρωτήθηκε αν η γυναίκα είχε μαζί της κλειδιά. Ευχήθηκε να έχει. Τουλάχιστον, σκέφτηκε, θα μπορούσε να πληρωθεί ο ντελιβεράς. Το πενηντάευρο είχε μείνει ανέπαφο και αναίμακτο στο παρκέ ανάμεσα στο χαλί και την πόρτα. Σκληρή δουλειά. Ποτέ δεν ξέρεις τι σε περιμένει πίσω από τις κλειστές πόρτες. Πόρτο Ράφτη, είπε στον ταξιτζή και έψαξε μέσα στην τσάντα της το πορτοφόλι της.

Ξεδίπλωσε την υπεύθυνη δήλωση εργοδότη. Ελεύθερη μετακίνηση της υπογράφουσας εργαζομένου από το χώρο εργασίας της προς την οικία της. Είχε συμπληρώσει τις διευθύνσεις. Στο κέντρο το δικηγορικό γραφείο του νονού της, στο οποίο δήθεν εργαζόταν περιστασιακά ώς γραμματέας. (Είχε πλαστογραφήσει τη δήλωση πριν τρεις μέρες). Στο Πόρτο Ράφτη το οικογενειακό εξοχικό, που είχε δηλωμένη ως μόνιμη κατοικία και δεν την είχε αλλάξει ακόμα. Είχε ξαναπάει την Κυριακή για να αφήσει τις βαλίτσες της. Σε μισή ώρα ήταν εκεί. Οι δρόμοι άδειοι και δεν τους σταμάτησε κανένα αστυνομικό μπλόκο. Η ψυχραιμία της ήταν συγκλονιστική. Το αίμα της εξακολουθούσε να είναι πετρωμένο. Μπήκε στο σπίτι και άνοιξε την τηλεόραση στο μιουτ. Η εκπομπή του θα ξεκινούσε σε τριάντα λεπτά. Άνοιξε το λάπτοπ. Μπήκε στη σελίδα με τις ραδιοφωνικές κονσέρβες. Βρήκε την εκπομπή για τον Μανσέτ από τον περασμένο Ιούνη και πάτησε το πλέι. Έριξε ποτό στο ποτήρι και κάθισε στο τραπέζι της κουζίνας. Άδειασε την τσάντα της και αμέσως άρπαξε το πακετο με τα τσιγάρα. Άναψε ένα. Η σακούλα του σουβλατζίδικου με τα καλαμάκια, το σιρόπι για το βήχα με την απόδειξή του και τα ματωμένα υγρά μαντηλάκια ήταν πεταμένη μες στον νεροχύτη. Είχε φανεί τυχερή. Είχε γλιτώσει το πρόστιμο για άσκοπη μετακίνηση.

Στο τραπεζάκι του σαλονιού είχε αφήσει το αεροπορικό εισιτήριο. Πέμπτη μεσημέρι πτήση για Βανκούβερ, Καναδά, μέσω Λονδίνου. Από το πορτοφόλι της έβγαλε δύο διπλωμένα χαρτιά. Αρνητικό μοριακό τεστ εβδομήντα δύο ωρών το ένα και αρνητικό ράπιντ τεστ είκοσι τεσσάρων ωρών το άλλο. Ήταν καθόλα νόμιμη και έτοιμη να ταξιδέψει. Άδειασε το ποτήρι της και κάλεσε την εταιρεία ραδιοταξί για να κλείσει ραντεβού για αύριο το μεσημέρι. Στη μία θα την περίμενε έξω από το σπίτι. Το αργότερο σε ένα τέταρτο θα βρισκόταν στο αεροδρόμιο. Πετούσε τέσσερις παρά. Όλα ήταν τακτοποιημένα. Για λίγο σκέφτηκε πόσο παράλογα ήταν τα πράγματα. Είχε οργανώσει με την παραμικρή λεπτομέρεια -και τόσο αγχωτικά- κάθε κίνησή της, που ενδεχομένως θα την έφερνε αντιμέτωπη με τα όργανα του νόμου σε περίπτωση ελέγχου με σκοπό την τήρηση των διατάξεων για την αποτροπή της διασποράς του πανδημικού ιού, και ταυτόχρονα εντελώς ψύχραιμα είχε σχεδιάσει και είχε καταφέρει να καρφώσει έναν μπαλτά στο λαιμό ενός αγνώστου. Πριν περίπου μιάμιση ώρα. Το πτώμα ήταν μπροστά της. Μέσα στην τηλεόρασή της. Πραγματικά τον μισούσε. Κάθισε να δει την εκπομπή μασουλώντας αμύγδαλα. Από τα ηχεία του λάπτοπ ακουγόταν το Σέβεν Στεπς του Χέβεν. Μάιλς. Είχε μείνει ακόμα ένα ποτήρι ουίσκι. Ύστερα από λίγο αποκοιμήθηκε στον καναπέ.

Όταν ξύπνησε το επόμενο πρωί, η τηλεόραση ήταν ακόμα ανοιχτή. Η κλασική πρωινή, καθημερινή ενημερωτική εκπομπή. Άνοιξε τον ήχο. Δεν είχε προλάβει το ρεπορτάζ της αποτρόπαιης δολοφονίας το προηγούμενο βράδυ στο κέντρο της Αθήνας. Έφτιαξε καφέ και, καθώς άναβε το πρώτο τσιγάρο της ημέρας, άκουσε την έκτακτη είδηση: άλλο ένα παράνομο πάρτι γενεθλίων σε διαμέρισμα. Συνελήφθησαν έντεκα άτομα νεαρής ηλικίας, έως εικοσιπέντε ετών. Ο ένας εξ αυτών μάλιστα έφτυσε -εν καιρώ πανδημίας- στα μούτρα τον αστυνομικό που τον συνέλαβε. Οι δημοσιογράφοι φαίνονταν αγανακτισμένοι. Θυμήθηκε τη ξινή μούρη της φαρμακοποιού. Ο κόσμος είναι κακός, μονολόγησε.


More Posts for Show: Underground Railroad