Πες μου τι είναι η μουσική για σένα.
Ωραία, τώρα προχωράμε, με το ραδιόφωνο τι σχέση έχεις;
Αν ρωτούσα να μου πεις μία ιστορία γύρω από το ραδιόφωνο τι θα μου έλεγες, θα αφορούσε εσένα, κάτι φανταστικό;
Ναι δίκιο έχεις, μπορεί να μιλά και για κάτι άλλο.
Πες μου λοιπόν, σ’ ακούω.
Τέσσερις μικρές ιστορίες γύρω, πάνω, μέσα & έξω από το ραδιόφωνο, τιμώντας έτσι τα δεκαπέντε χρόνια ύπαρξης του Music Society.
Πρώτη ιστορία από τον Σπύρο Καλετσάνο
RADIO ETHIOPIA
Το άκουσα στο ράδιο μα δεν ωφελεί (Poppies)
Οι ηλιαχτίδες που περνούσαν μέσα από τα στόρια του χάιδεψαν το πρόσωπο. Ο ανήσυχος και σύντομος ύπνος του έλαβε τέλος, προτού το ξυπνητήρι χτυπήσει, μια χρόνια συνήθεια για την οποία πάντα έψεγε τον εαυτό του. Ζήλευε όσους άφηναν τις σκοτούρες στο κομοδίνο και έπεφταν σε βαθύ και ήρεμο ύπνο. Εκείνος βέβαια δεν είχε ακριβώς σκοτούρες, περισσότερο σκέψεις ανερμάτιστες και ατακτοποίητες, απλές και καθημερινές, άνευ ουσίας και σημασίας, όμως τον φαγούριζαν. Εκείνο το πρωινό θα προστίθοταν και μία ακόμα, χρώματος χακί, οπότε έπρεπε γρήγορα γρήγορα να πλυθεί, να κατουρήσει, να ντυθεί, να πάρει τον σάκο του και να κατέβει για έναν καφέ στα γρήγορα. Σερβιρίστηκε κοιτάζοντας δειλά προς τη ρεσεψιόν την σαραντάρα με τα κόκκινα μαλλιά. Καθώς στεκόταν στην είσοδο με τον καφέ ανά χείρας άναψε το πρώτο τσιγάρο της μέρας και του ήρθε στο νου ένα ομορφόπαιδο με Ιταλικό όνομα -ή μάλλον ψευδώνυμο- πλούσια κόμη -αχ η δικιά του βρισκόταν ήδη στη λήθη πια- και πολλές κατακτήσεις, που κάποτε τραγουδούσε New Wind Blowing. Μάλλον βέβαια δεν είχε κατά νου τα κρύα ρεύματα που έστελνε η Οίτη στο πρόσωπο του Τηλέμαχου εκείνο το φθινοπωρινό πρωινό, αλλά τι να γίνει δε γίνονται όλα όπως τα θέλουμε. Και τι δε θα έδινε να ξύπναγε πλάι της τώρα, μυρίζοντας το γυμνό κορμί της και χωρίς να την ξυπνήσει να σερνόταν ως το πικ απ βάζοντας τον δίσκο στο πλατό, απαλά στην αρχή. Και μόλις ο καφές θα ήταν έτοιμος, θα δυνάμωνε ελαφριά την ένταση μεταφέροντας τη βελόνα στο τρίτο τραγούδι της δεύτερης πλευράς ψιθυρίζοντας της I wake up every morning…και αφήνοντας τον Dino να πει τα υπόλοιπα. Πάνε αυτά όμως ήταν παρελθόν, εκείνη βρισκόταν μακριά, η πατρίδα περίμενε, το ίδιο και η κοκκινομάλλα τα κλειδιά του δωματίου.
Καλημέρα, σας επιστρέφω τα κλειδιά πρέπει να την κάνω.
Ξέρω η πατρίς περιμένει, του είπε χαμογελώντας.
Δε γαμιέται και αυτή, ψιθύρισε, χωρίς εκείνη να τον ακούσει.
Περπάτησε κάνα δεκάλεπτο, αρκετό για να ξαναμπεί σε σκέψεις για τη μοναξιά που έφυγε και τη μοναξιά που έρχεται. Λες ο Ρίλκε να είχε δίκιο πως είναι γόνιμη και ο εγκλεισμός τη βοηθάει αναρωτήθηκε. Προτού προλάβει να βρει απαντήσεις όμως, είχε φτάσει έξω απ’ το στρατόπεδο. Μια θάλασσα γονιών και αρρένων βρισκόταν στον προθάλαμο του και χαιρετιόταν λες και οι κανακάρηδες πήγαιναν στον πόλεμο. Εκείνος μόνος -και εκεί- δεν είχε τέτοιες σκοτούρες, άναψε το τελευταίο τσιγάρο ελευθερίας και κατόπιν κίνησε προς την ουρά στην είσοδο.
Οι επόμενες μέρες ήταν μια ωδή στη ρουτίνα και στη βαρεμάρα. Μόνο τα τσιγάρα και τα βιβλία την έσπαγαν για λίγο, αλλά γρήγορα επανερχόταν ακόμα πιο έντονη. Με τους υπόλοιπους της «σειράς», όπως την έλεγαν όλοι, δεν συγχρωτιζόταν, πέρα από κάποια κοινότυπα λόγια του αέρα. Υπήρχε όμως μια μελαγχολική φάτσα που είχε ξεχωρίσει στο ομοιόμορφο πλήθος, ο οποίος καθόταν μόνος μ’ ένα γουόκμαν αμίλητος και απόμακρος. Καμιά φορά με την άκρη του ματιού τον έπιανε να ανοίγει ένα σημειωματάριο και να γράφει. Πέρασαν μέρες ώσπου να πιάσουν την κουβέντα και αφορμή ήταν μια κασέτα που έβγαλε από την τσέπη στα μαγειρεία.
Ώρα για τσιγάρο. ‘Ωπα φίλε πιο μαλακά μην τα κάνεις αυτά έτσι απότομα.
Τι;
Μας πετάς στα μούτρα κασέτα The Bottle. Που την βρήκες τούτη εδώ;
Από ένα ταξίδι στο Λονδίνο 5-6 χρόνια πριν. Τον είχα δει και στο Jazz Cafe στο Camden τον γερο-Gil. Έχω και άλλες αντίστοιχου ύφους στον φοριαμό.
Έλα ρε συ, είσαι κασετάκιας;
Μπορείς να το πεις και έτσι.
Έλα πάμε να φουμάρουμε.
Έτσι γνωρίστηκε με τον Αχιλλέα και ξαφνικά ένας κόσμος που είχε αφήσει ηθελημένα απ’ έξω απ’ την καθημερινότητα του στρατοπέδου εισέβαλε ξανά στη ζωή του, αναπάντεχα θαρρείς. Σε θεωρητικό επίπεδο βέβαια μιας και δεν ήθελε να ενοχλήσει τον Αχιλλέα ζητώντας του το γουόκμαν, οπότε όσα συζήταγαν, οι εμπειρίες τους, τα ακούσματα, συναυλίες, δίσκοι, παρέμεναν αποκυήματα μιας αναπάντεχης και εν εξελίξει σχέσης που θα μπορούσε να τραβήξει τον δρόμο της φιλίας. Η μουσική βέβαια, όπως ορθά σημείωνε ο Albert Ayler, είναι η κινητήρια δύναμη του σύμπαντος, αλλά σε ακραίες περιπτώσεις έστεκε θαρρείς σαν τοίχος, ρουφώντας όποια διάθεση για επικοινωνία και κοινωνικοποίηση. Τρόπων τινά είναι μια συνθήκη που σημείωνε πλαγίως και ο Nick Hornby στο High Fidelity και πολλές φορές ο Τηλέμαχος είχε πιάσει τον εαυτό του να φιλοσοφεί σιωπηλά περί αυτού, ευρισκόμενος παρέα με φίλους. Είναι μια μοναχική διαδικασία και όχι μόνο, αλλά οδηγεί σε μια βαθιά μοναξιά, ακριβώς όπως και ο έρωτας κάτι που σημείωνε και ο αγαπημένος (του) Peter Handke.
Οι μέρες πια περνούσαν πιο γλυκά και οι δύο τους άρχισαν να επικοινωνούν λες και μιλούσαν κωδικοποιημένα. Ουδείς άλλος μπορούσε να εισχωρήσει στη φούσκα τους. Ένα μεσημέρι καθώς ο Τηλέμαχος προσπαθούσε να ψυχολογήσει τη μοναχικότητα και μελαγχολία που απέπνεε ο Αχιλλέας, ένιωσε πως κατάλαβε το δράμα του και κάπως επιφυλακτικά τον ρώτησε.
Πως τη λένε;
Ποια;
…
Αλίκη..
Απ’ τη Μπολόνια είναι;
Έκανε κάτι που έμοιαζε με χαμόγελο, αλλά πιο πολύ σε μειδίαμα έφερνε και ανταπάντησε μ’ έναν ελαφρύ ειρωνικό τόνο.
Βλέπω έχεις μελετήσει την ιστορία.
Ο τομέας μου γαρ.
Λοιπόν ιστορικέ του … μέλλοντος, θα σου πω μια ιστορία:
Πάνε μερικά χρόνια που βρισκόμουν -σπουδαστής γαρ- στο Ρέθυμνο. Εκεί είχαμε έναν ραδιοφωνικό σταθμό τον 1312.
Όλοι οι μπάτσοι είναι καθάρματα;
Όλοι, αν και για μερικούς σαν τον υπαστυνόμο Κολόμπο, τους επιθεωρητές Μαιγκρέ και Μονταλμπάνο, τον αστυνόμο Μπέκα, ή τους μπάτσους-ήρωες των βιβλίων των Malet, Izzo και Renal, επέτρεψε μου να έχω κάποιες αμφιβολίες!
Με συγκινείς τώρα.
Ήθελε να τον αγκαλιάσει και να του εκμυστηρευτεί πως ήταν ο φίλος που πάντα έψαχνε, μα συγκρατήθηκε αφήνοντας τον να συνεχίσει την ιστορία του.
Λοιπόν που λες, τότε ασχολήθηκα στο έπακρο με τον σταθμό, εκπομπές, ηχοληψίες, φτιάχναμε κασέτες για να παίζουν τις ώρες που δεν είχαμε εκπομπές, παρτάκια και dj sets, αφισάκια, ωραίες καταστάσεις. Μία μέρα, πρέπει να ήταν μέρα δράσης πολιτικών κρατουμένων ή κάτι τέτοιο, αποφασίσαμε να κάνουμε μια τετράωρη εκπομπή, όχι μόνο με ανάλογες μουσικές και εκφωνήσεις, αλλά και τηλέφωνα στον αέρα. Κάποια παιδιά, αναρχικοί και ελευθεριακοί είπαν πως ξεσήκωσαν την ιδέα από το Ράδιο Αλίκη. Εγώ τότε δεν ήξερα τίποτα περί αυτού, μόνο μια εσάνς Ερυθρών Ταξιαρχιών και αυτονομίας είχα στο νου μου, μα στη συνέλευση που αποφασίστηκε όλο το σκηνικό, μας παρουσίασαν μια εικόνα του σταθμού εκείνου και μιας επικοινωνίας από τα κάτω. Δεχτήκαμε όλοι να το προχωρήσουμε. Καθώς οι ώρες κυλούσαν και ενώ ως τότε μια-δυό φορές είχε βγει γραμμή στον αέρα και καθώς έπαιζε ένα κομμάτι των Rage για τον Mumia Jamal, χτύπησε το τηλέφωνο. Στην άλλη άκρη της γραμμής μια μεσήλικη φωνή που συστήθηκε ως «Λευκό Φτερό» άρχισε να μιλάει. Σε αργό μα σίγουρο τόνο, εξιστορούσε εν συντομία την εμπειρία του ως μέλος των Ινδιάνων Τσερόκι, όταν μας ανέφερε τη γνωριμία του μ’ έναν Σιού, πολύ γνωστή φιγούρα, μουσικό και ηθοποιό, ο οποίος ήταν υπεύθυνος για έναν ραδιοφωνικό σταθμό που έστησαν οι καταληψίες Ινδιάνοι στο Alcatraz. Ήταν τέλη του 1969, η δύση μιας δεκαετίας ή μάλλον ΤΗΣ δεκαετίας, και ο -εν λόγω- John Trudell βομβάρδιζε καθημερινά τα ραδιοκύματα του ευρύτερου Frisco. Τέλος πάντων για να μη στα πολυλογώ, η κατάληψη έληξε, αλλά οι αγώνες μόλις είχαν ξεκινήσει, το AIM..
American Indian Movement, γνωρίζω.
Πολλά γνωρίζεις φιλαράκο αλλά δεν μπορείς να κωλοκάτσεις σιωπηλός ούτε πέντε λεπτά.
Λοιπόν έλεγα πριν με ξαναδιακόψεις, πως οι Ινδιάνικοι αγώνες κορυφώθηκαν στο Pine Ridge στη Λακότα και το επονομαζόμενο Wounded Knee.
Έχουν βγάλει μια δισκάρα οι Γερμανοί Gila το ’73 επ’ αυτού, συγνώμη κιόλας για τη σφηνόπουτσα μου, αλλά μερικά πράγματα αξίζουν να ειπωθούν την κατάλληλη στιγμή.
Να σου πω ρε συ, σε λίγο θα μας φωνάξουν για …επιχείρηση Καλλιόπη, θα ‘χω τα σκατά, θα ‘χω και το ΔΕΠΥ μου να προσπαθώ να ξαναπιάσω το νήμα της κουβέντας!
Συνεχίζω, εκεί ο Trudell συνυπήρξε με τον Leonard Peltier που αργότερα καταδικάστηκε για τον φόνο δύο πρακτόρων του FBI και ακόμα είναι στο κελί. Οι Rage είχαν ασχοληθεί και με την περίπτωση του, οπότε οι σύντροφοι γνώριζαν μερικά πράγματα, υπήρχε όμως μια κοπέλα -η Αλίκη που λέγαμε- που κυκλοφορούσε με χαϊμαλιά, λαχούρια, φτερά, ήταν σαν μια χρωματιστή μύγα στο μαύρο γάλα του σταθμού, ξέρεις τώρα αναρχικοί-μαύρα ρούχα και τα τοιαύτα. Εκείνη είχε ένα πάθος για τους αυτόχθονες και δη τους Ινδιάνους και κοντραριζόταν τρόπων τινά με τους υπόλοιπους για πιο πνευματικά ζητήματα και το πως αντιμετωπίζονταν οι ιθαγενείς από τους «πολιτισμένους» και λοιπούς προοδευτικούς. Η στάση της κάπως μας έφερε πιο κοντά και η ανάγκη μας για επαφή μας έκανε εραστές, περιστασιακούς, ερασιτέχνες σαν του Τσακαλίδη -μη με διακόψεις, ναι της Ano Kato!- ,βέβαια μην φανταστείς δεσμεύσεις, δηλώσεις αγάπης, χεράκια και φιλάκια στα διαλείμματα. Εγώ όμως κόλλησα άσχημα μαζί της και με οτιδήποτε την αντιπροσώπευε και κάπως με ξέβρασε το κύμα, από τις παρέες, τους συντρόφους, τον σταθμό. Μετά εκείνη έφυγε για Θεσσαλονίκη και χαθήκαμε. Πίστευα πως θα την ξεπεράσω και εκείνη και το κόλλημα με τους Ινδιάνους, κάτι που επ’ ουδενί δεν συνέβη, αλλά αντίθετα βρήκα μια σύνδεση στην κεφάλα μου. Πήγα και βρήκα εκείνον τον τύπο που μας είχε μιλήσει στον 1312, τον Νίκο -το Λευκό Φτερό, αγόρασα την πρώτη κασέτα του Trudell -που είναι και μουσικός- το Tribal Voice, άρχισα τη μεσκαλίνη και ψάχτηκα πολύ με το Ινδιάνικο ζήτημα. Τελικά ήμουν πολύ αστός για να κρατήσει όλο αυτό και έτσι η διαδρομή με έφερε στους Ιταλούς μητροπολιτικούς Ινδιάνους που σχετίστηκαν και με το ράδιο Αλίκη. Έτσι βρήκα τη σύνδεση, κάπως αφαιρετική θα πεις, αλλά η θλίψη δεν έσβησε, η θύμηση εκείνης της οπτασίας δεν χάθηκε στο χρόνο, αλλά συνεχίζει να χτυπάει τα μηνίγγια της μνήμης και του νου σαν τσεκούρι τόμαχοκ.
Αυτή κύριε ψυχολόγε μου ήταν η μικρή ιστορία εμού και της Αλίκης. Το ουράνιο τόξο μας τελείωσε και ουδέποτε επανεμφανίστηκε στον ορίζοντα.
Richard Thompson ε, αρκούντως πεσιμιστής και πολύ ταιριαστός στην περίπτωση σου Αχιλλέα.
Μια βαριά ατμόσφαιρα έπεσε ξαφνικά, ακόμα και το απογευματινό σάλπισμα έμοιαζε μ’ εκείνο το κομμάτι που άνοιγε τα Στρατιωτικά του Χρήστου Λεττονού -που έμοιαζε απόλυτα συμβατό με το περιβάλλον- και ας μην ήταν Τετάρτη βράδυ, όπως συνέχιζε ο δίσκος, που βγήκε όταν εκείνος ήταν μειράκιο μερικών μηνών. Ο Τηλέμαχος άναψε ένα τσιγάρο τώρα που όλα πια έμοιαζαν ήσυχα και αταλάντευτα, βουβά θαρρείς. Τη λάτρευε τη σιωπή, ειδικά σ’ ένα φυσικό τοπίο, αλλά να τώρα ήθελε για συνοδεία μια ραδιοφωνική φωνή, σπαρτιάτικη, που να λέει μόνο όσα χρειάζονται με μια σοβαρότητα και μια υπόγεια θλίψη και να προαναγγέλλει Tuxedomoon.
Αλλά φευ, you can’t always get what you want!
Μόνο το θρόισμα των φύλλων ακουγόταν, ενώ εκείνος περίμενε τη σειρά του για τη σκοπιά. Φτάνοντας εκεί και αλλάζοντας τον προηγούμενο, εκείνος του ψιθύρισε πως υπάρχει ένα τρανζιστοράκι, πίσω από ένα σακί. Όταν απομακρύνθηκε ο λοχίας το ξετρύπωσε και άναψε τσιγάρο. Το πήρε στα χέρια του, γκρι ξεβαμμένο παλαιάς κοπής και το έβαλε σε λειτουργία. Καθώς δεν έβρισκε τίποτα της προκοπής το έκλεισε και άρχισε να ταξιδεύει με το νου σε μουσικές ατραπούς, «γύρω γύρω απ’ τη σκοπιά πρίγκιπες ξαγρυπνούν» θυμήθηκε τον θείο Νώντα και ένιωσε την ανάγκη ν’ ακούσει κάτι ζεστό. Του ήρθε πάλι στο νου η γλυκιά φωνή του Λεττονού και τα τραγούδια του για τους φαντάρους, τόσο μοναχικά, η μορφή που του θύμιζε τον πατέρα του, μουστάκι και μια θλίψη στα μάτια, εκείνη η τρομπέτα που διαπερνά το κορμί και ο στίχος «τι να σου πω απόψε να μην κλαις». Απομόνωσε την εικόνα, αν ήταν ταινία, ή παρμένη από βιβλίο ο ήρωας θα δάκρυζε, αλλά εκείνος δε μπορούσε, ήταν στεγνός, μόνο μια μικρή ανατριχίλα τον διαπέρασε και έπειτα απλά κλωθογυρνούσε πέριξ των τριών τοίχων περιμένοντας να σημάνουν μεσάνυχτα.
Το πρωί τον ρώτησε ο Αχιλλέας πως πήγε η σκοπιά και αν βρήκε το τρανζιστοράκι.
Ναι αλλά δεν είχε τίποτα και το έκλεισα.
Σήμερα που είναι Παρασκευή θα πετύχεις κάτι καλύτερο, έχει στο τρίτο πρόγραμμα έναν τύπο που βάζει ωραία πράγματα.
Σίγουρα πάντως ούτε Δημητράκας θα είναι, ούτε Πετρουλάκης, ούτε και Κώστας Γεωργίου, αλλά μιας και το λες εσύ θα το δοκιμάσω και βλέπουμε.
Κοίτα αν ήμασταν στην παραμεθόριο και όχι σε κέντρο, θα μπορούσαμε να κάνουμε άλλα κόλπα. Λοιπόν άκου μια ακόμα ιστοριούλα, το 1983 ο θείος μου βρισκόταν στην Κω, μαυροσκούφης μεν, αλλά πέρναγε ζάχαρη όπως μου είχε πει. Εποχή ΠΑΣΟΚ είχαν χαλαρώσει κάπως τα πράγματα και είχε και μερικά αλάνια στη μονάδα. Ένα μεσημέρι αφού έφυγαν οι μεγάλοι, ξαφνικά ακούγονται ήχοι από τα μεγάφωνα, μια βελόνα πέφτει πάνω σ’ ένα -επτάιντσο- δισκάκι και από τα ηχεία ξεχύνεται ένα υπέροχο ποστ πανκ κομμάτι, με γερή μπασογραμμή και στακάτα τύμπανα. Η φωνή που τραγουδά στα αγγλικά είναι προφανές πως ανήκει σε έλληνα και κάτι θυμίζει στους περισσότερους, οι οποίοι μετά το αρχικό σάστισμα σηκώνονται από τα κρεβάτια και χορεύουν μανιασμένα, λες και είναι παιδιά που τους υποσχέθηκαν παγωτό! Σκέψου ακόμα και ο θείος -Σαββοπουλικός και κάπως πιο έντεχνος τύπος τότε- ξεβιδώθηκε. Υπήρχε όμως κάποιος που έστεκε ασάλευτος και χαμένος σε μια γωνιά. Όταν τελείωσε το πανηγύρι και ενώ αποθεωνόταν ο φαντάρος που τους έφτιαξε τη μέρα, ο τύπος τον πλησίασε και τον ρώτησε που βρήκε αυτό το δισκάκι.
Στην Αθήνα πριν από μια εβδομάδα που ήμουν με άδεια, τους είχα δει παλαιότερα στον Πήγασο και μόλις έμαθα πως έβγαλαν δίσκο έσπευσα να το αγοράσω, αναφώνησε. Είναι οι Headleaders.
Ναι ξέρω ποιοι είναι, είπε ο τύπος, ήμουν ο τραγουδιστής τους. Ο άλλος κοκάλωσε, τον κοίταξε από πάνω ως κάτω και ξάφνου κάτι σάλεψε στο βλέμμα του.
Φρανκ;
Ναι.
Αυτό ήταν, μόλις είχε αποχωρήσει από το γκρουπ, εκδόθηκε εκείνο το δισκάκι και εκείνος δε το γνώριζε. Και σκέψου ρε μαλάκα βρήκε φαν των Headleaders, που πόσοι να τους ήξεραν τότε καμιά κατοσταριά, σ’ ένα στρατόπεδο στην Κω. Μια δεκαετία αργότερα έτυχε να ακούσω 2-3 εκπομπές που έκανε αυτός ο Φρανκ, Βακούλας στο επώνυμο, γεννημένος κάπου στη Βενεζουέλα, στο κρατικό ραδιόφωνο, νομίζω Φως στο Σκοτάδι λεγόταν και έχωνε κάτι ωραία πράγματα. Μετά άρχισε ο ΡΟΔΟΝ FM και κόλλησα απόλυτα εκεί, περίμενα την Παρασκευή τα μεσάνυχτα για ν’ ακούσω τους Στέρεο Νόβα …δεν αλλάζω τα ηχεία μου!
Εκείνη τη λάμψη στα μάτια του Αχιλλέα όσο μιλούσε για μουσική, ραδιόφωνο, την πρόσεξε φυσικά ο Τηλέμαχος και σκέφτηκε πως θα ήταν ωραίο να είχαν οι δυο τους μια εκπομπή 12-3 τη νύχτα φωτίζοντας -όχι πολύ όμως!- το σκοτάδι τους. Ποιος ξέρει μπορεί και η Αλίκη να ξαναθυμόταν τον φίλο του ή ο ίδιος να αφιέρωνε σ’ εκείνη το Ίρις του Σπανουδάκη. Η θύμηση της τον έκανε να ανατριχιάσει, την σκέφτηκε μ’ ένα τσιγάρο και ένα ποτήρι κρασί να ακούει τον Νικήτα Τσακίρογλου να τραγουδά: «Ίρις το όνομα σου είναι ψέμα, εσύ είσαι το συρμού δεν είσαι κόρη οφθαλμού», με το γαλήνιο πιανάκι να φτιάχνει ατμόσφαιρα στα Χρώματα της Ίριδας. Είχε ήδη σκεφτεί και τον τίτλο της εκπομπής, αλλά ήθελε χρόνο να τον επεξεργαστεί. Στη σκοπιά είχε μπόλικο χρόνο, έστω και αν δεν ήταν πάντα στο πλευρό του.
Είσαι;
Ναι αλλά…
Δεν έχει αλλά φίλτατε. Είμαστε μόλις στην αρχή βλέπεις, θαρρείς πριν από τα πάντα, με χιλιάδες και ένα όνειρα ξοπίσω μας, δίχως μία πράξη.
Δικό σου;
Ρίλκε, Σημειώσεις για τη μελωδία των πραγμάτων. Έλα ρε συ dream a little dream of me.
Είμαι σίγουρος πως έχεις και τίτλο εκπομπής.
Ράδιο Αιθιοπία.
Αρκετά χρόνια αργότερα -στα πρώτα μνημονιακά χρόνια- με τρεμάμενα χέρια έβγαλε το μαύρο βινύλιο από το εσώφυλλο, άφησε την μαυροντυμένη κυρία στο λευκό φόντο του εξωφύλλου παραπέρα, εναπόθεσε τη βελόνα στο τρίτο τραγούδι και την άκουσε να τραγουδά …«Θέλω να σε νιώσω στο ραδιόφωνό μου», και όταν η ίδια η Patti Smith ψιθύριζε Everyone silver ecstatic platinum disk spinning, άναψε το φωτάκι του μικροφώνου.
Ο Αχιλλέας του είχε ξεκαθαρίσει εσύ θα μιλάς, εγώ θα συμπληρώνω. Και μιας και υπήρχε μια αμφισημία για την πρώτη επιλογή, ξεκίνησε με τους στίχους του τραγουδιού που βάφτισε την εκπομπή τους. Abstract spaces in the radio μια παύση, οι δύο ανάσες ακούγονταν κοφτές, έπειτα μίλησε.
Σε τούτη εδώ την εκπομπή θ’ ακούσετε λέξεις που κάποτε μας έδεναν με τη ρίζα μας, μα τις έχουμε εν πολλοίς ξεχάσει. Ίσως αυτό να συμβαίνει επειδή και οι λέξεις αισθάνονται μοναξιά, όπως και οι άνθρωποι. Τούτες οι λέξεις ίσως να επιδιώξουν να σπάσουν την ηρεμία σας και να σας φτάσουν μέχρι … την Αβησσυνία, το τελευταίο όνειρο, τον τελευταίο έρωτα του Ρεμπώ, με όχημα ένα μεθυσμένο καράβι.
Από δίπλα ο συμπαραγωγός του -πια- συμπλήρωνε : Και όχι μόνο μεθυσμένο, αλλά και πειρατικό, που αν και ακίνητο σε παγωμένα νερά, μας πάει πολύ μακριά. Το Ολλανδικό Radio Veronica ή το Αγγλικό Radio Caroline στα 60s έδειξαν τον δρόμο προς τη χώρα των θαυμάτων και τότε μια Αλίκη ανέλαβε να μας πάρει από το χέρι και να μας πάει στην ποδιά της, εκεί που -σύμφωνα με τους αλήστου μνήμης Γκρόβερ- ονειρευόμαστε. Διαμέσω λέξεων και ήχων που χορεύονται, γιατί κάθε μέρα που δεν χορεύουμε είναι μια χαμένη μέρα σύμφωνα με τον Νίτσε, και νύχτα θα συμπληρώσω εγώ. Μπορείτε βέβαια αν ταυτίζεστε με δηλώσεις μεγάλων και φωτισμένων ανθρώπων, να πάτε παραπέρα και να βγάλετε τα ρούχα σας ενώ λικνίζεστε, όπως μας σύστηνε ο θείος Φρανκ!
Και ενώ πια στρόφαρε στο πλατό το Χωρίς Κανόνα των Εν Πλω και ο Σαδίκης διακήρυττε πως θα πλανηθεί στις πτυχές του δέρματος σου, ο Τηλέμαχος λοξοκοίταξε τον Αχιλλέα και χαμογελώντας του πέταξε You Can’t Say Crap On The Radio.
Εκείνος του έκλεισε το μάτι και ψιθύρισε Radio Live Transmission. Όλα έβαιναν καλώς …εναντίον τους, η ώρα περνούσε, εκείνοι ζεσταίνονταν και το αλκοόλ, καθώς και δυο τρία τηλέφωνα στήριξης τους ενθάρρυναν να προχωρήσουν ακάθεκτοι. Όσο έστηναν εκείνη την πρώτη εκπομπή, χρόνια ουσιαστικά, καμιά φορά σταμάταγαν και αναρωτιούνταν, ωραία και στη δεύτερη τι θα βάλουμε αν μπουν και ειπωθούν όλα στην πρώτη, θα είναι σαν one night stand. Οπότε κάπως φρέναραν τον ενθουσιασμό τους και προσομοίωσαν την επαφή τους με τον κόσμο του ραδιοφώνου ουχί σαν σεξουαλική πράξη, αλλά σαν μια ερωτική σχέση εν εξελίξει.
Που πήγαν οι ποιητές; Αυτοί που έκαναν τις λέξεις να κόβουν σαν μαχαίρι. Αυτοί που ξέπλεναν τη γλώσσα τους με λάσπη. Που πήγαν οι ποιητές; Πλένουν τα χέρια τους με μελάνι. Και φορούν ταμπέλες που γράφουν, «τα χέρια μας είναι καθαρά και οι πένες μας γεμάτες άρωμα, δεν πληγώσαμε ποτέ κανέναν», μετέφρασε ο Αχιλλέας τα λόγια του Nico Van Apeldoorn που μελοποίησαν οι ανεπανάληπτοι Ολλανδοί Ex στο White Liberals.
Όσο μιλούσε ο συμπαραγωγός του, ο Τηλέμαχος χαμογελούσε ενθυμούμενος την προπαρασκευαστική διαδικασία, με λίστες να φτιάχνονται, να σβήνονται και να γίνονται βορά στον κάλαθο των αχρήστων, πάντα όμως το όνομα των Ex ήταν μέσα.
Το τρίωρο πέρασε νεράκι, είχαν μείνει εικοσιπέντε λεπτά και είχαν σκεφτεί να κάνουν ένα κουίζ, αλλά η ώρα δύο και τριανταπέντε το ξημέρωμα δε βοηθούσε για επικοινωνία, εξού και προχώρησαν κατευθείαν στο προκείμενο. Ας πούμε πως μπορούσατε να συναντήσετε όσους ομιλούν την ελληνική γλώσσα σε μία στιγμή και να τους απευθύνετε το ερώτημα. Πείτε μου ένα τραγούδι που ξέρετε όλοι και με κάποιον τρόπο σας ενώνει. Οι περισσότεροι αυτόματα θα έλεγαν Τα Παιδιά Του Πειραιά. Τότε χωρίς να τους σημειώσετε πως κάνουν λάθος ή πως τέλος πάντων δε διαθέτουν αρκετή φαντασία, θα τους βάζατε το κομμάτι που ενέπνευσε το εναρκτήριο λεπτό και κάτι ψηλά, από το κομμάτι που θα κλείσει την αποψινή πρώτη εκπομπή του Ράδιο Αιθιοπία. Τρεις Άγγλοι μουσικοί Neil Ardley, Ian Carr, Don Rendell, τζαζίστες εν έτη 1969 κάθονται και στύβουν το κεφάλι τους πάνω σε ελληνικές παραλλαγές, δημοτικές, ιστορικές και μυθολογικές ή απλά ηχοποιούν -με τη συνοδεία πολλών ακόμα, μεταξύ των οποίων και ο Jack Bruce- εικόνες από το Αιγαίο πέλαγος τα νησιά, βουνά και πόλεις. Το αποτέλεσμα, στο πρώτο από τα οχτώ κομμάτια, που καταπιάνει όλη την πρώτη πλευρά του δίσκου της Columbia Greek Variations & Other Aegian Exercises, είναι μοναδικό και συγκινητικό θαρρείς, μιας και Ο Τσοπανάκος συνδέει γενιές και γενιές εμπρός στη μαγεία του ραδιοφώνου.
Η βελόνα έπεσε στο Greek Variations, μια αντί-ραδιοφωνική παραλλαγή έξι θεμάτων και εικοσιτεσσάρων λεπτών. Οι δύο φίλοι αγκαλιάστηκαν, άναψαν τσιγάρο και αποφάσισαν να μην πάνε για ύπνο.
More Posts for Show: Noir

