του Σπύρου Καλετσάνου (Noir)

Σκωτία και soul, ετερώνυμα μα όπως λέει και η λαϊκή ρήση έλκονται. Πρέπει βέβαια να στύψεις το κεφάλι σου για να ανακαλύψεις τους λίγους ντόπιους τραγουδιστές/μπάντες που ακούμπησαν μαύρους ήχους στα χρόνια που στη γειτονική Αγγλία έσκαγαν σε μεγάλες δόσεις R&B, beat, mods μαζί με τους εμιγκρέδες από ΗΠΑ, Τζαμάικα, Τρίνινταντ, Αφρική. Διέθετε λοιπόν η Σκωτία τραγουδισταράδες σαν τους Herbie Goins, Jimmy James, Geno Washington, P.P. Arnold, η ακόμα και τη λευκή Julie Driscol ή τη θεά Dusty και ακόμα ακόμα είχε μπάντες σαν τους Equals, Foundations, Mohawks και Artwoods? Η απάντηση έχει 2 σκέλη, κατ’ αρχήν την ποιότητα και κατά δεύτερον την ποσότητα. Όσο για την ποσότητα η απάντηση είναι σαφώς όχι. Η ποιότητα όμως είναι άλλου παπά ευαγγέλιο, ξεπετάγεται εκεί που …δε την σπέρνουν και μπορεί να αφήσει άφωνο κάποιον, στην άλλη άκρη του κόσμου.

Οι περισσότεροι Σκωτσέζοι μουσικοί και σχήματα που επιδόθηκαν σε τέτοιους ήχους, το έκαναν μακριά από την πατρίδα τους. Τρανά παραδείγματα οι Rod Stewart, Lulu, Barry St. John, Johnny Curtis, Bobby Patrick Big Six, O’ Hara Playboys, Senate. Ακόμα και όσοι επέστρεψαν αργότερα στα πάτρια εδάφη, έστω για να …αλλάξουν ρότα, έπρεπε να φύγουν πρώτα έξω. Έτσι έκανε ο σπουδαίος Alex Harvey με τους Soul Band στη Δ. Γερμανία και αντιστοίχως έπραξε και η φωνάρα της Maggie Bell στα πρώτα της βήματα με το ντουέτο των Frankie & Johnny. Αργότερα η Σκωτία έβγαλε τους Average White Band στα 70s, τους APB στα 80s, ως πολύ πρόσφατα τον Paolo Nutini, που έπραξαν το ίδιο, δηλαδή έφυγαν –ή έστω ηχογράφησαν- στα ξένα. Παρόμοια μα χωρίς …επιστροφή, ήταν και η πορεία του ανθρώπου που θα απασχολήσει το παρόν κείμενο και θα είναι εσαεί –τουλάχιστον για τον γραφόντα- η σπουδαιότερη λευκή soul φωνή ever.

Ας τα πάρουμε από την αρχή όμως, ήταν άνοιξη του 1942, 2 Μάη για την ακρίβεια, όταν το 7ο και τελευταίο τέκνο της οικογένειας MacKay έβγαζε την πρώτη του κραυγή, σ’ έναν σφαγιασμένο κόσμο εν μέσω 2ου παγκοσμίου πολέμου. Ο Hector Reay MacKay μεγάλωσε στη μεταπολεμική Γλασκώβη έχοντας 2 μεγάλες αγάπες το μποξ και τη μαύρη μουσική. Από τη μία η νεανική του ορμή και ο θυμός του απορροφήθηκαν στα πυγμαχικά ρινγκ, όπου ο νεαρός διέπρεπε, από την άλλη όμως το πάθος του για τις βαθιές και ρυθμικές φωνές των Αφροαμερικάνων, τον έφερε στο σταυροδρόμι του μέλλοντός του. Εκεί διάλεξε -ευτυχώς για μας- το τραγούδι και ο δρόμος τον έφερε στη Δ. Γερμανία των early 60s.

Τυχαίο ή όχι, μια κυκλική αλληλουχία γεγονότων που δένουν μεταξύ τους, είναι η εμφάνιση του νεαρού στο Αμβούργο να τραγουδάει σε καμπαρέ. 2 χρόνια πριν το 1960 ένα νεανικό skiffle/rock n’ roll group ξεκινάει μια μίνι περιοδεία στην Σκωτία. Τ’ όνομα τους Silver Beetles και ‘’αποστολή’’ τους να σαπορτάρουν τον τραγουδιστή Johnny Gentle. Εκείνος ο Μάης του 1960, ακολουθείται 2,5 μήνες αργότερα από το ταξίδι του group στο Αμβούργο, όπου για πρώτη φορά χρησιμοποιούν το όνομα …Beatles. Οι fab 3 (Lennon, Harrison, McCartney) αλλάζουν συνεχώς drummer (τότε έπαιζε μαζί τους ο Pete Best) και έχουν μαζί τους και έναν όμορφο και αλανιάρη νέο, που όμως δεν ξέρει να χειρίζεται το μπάσο. Ο Stuart Sutcliffe Σκωτσέζος και αυτός μετακόμισε οικογενειακώς στο Liverpool στα 3 του χρόνια και πέραν της αγάπης του για τη ζωγραφική, υπήρξε ένας πανέμορφος και κυρίως στιλάτος νεαρός. Έτσι η μοίρα τον έφερε να γρατζουνάει στην κυριολεξία το μπάσο των πρώιμων Beatles, θυμίζοντας έναν άλλον άμπαλο μπασίστα. καμιά εικοσαριά χρόνια αργότερα, ονόματι Sid Vicious, με τον οποίο οι ομοιότητες δε σταματούν εκεί. Αφού εκδιώχτηκε από τους υπόλοιπους, αποφάσισε να παραμείνει στο Αμβούργο, μετά την πρώτη περιοδεία τους στην πόλη. Εκεί σύναψε σχέση με τη φωτογράφο Astrid Kirchherr, παρακολούθησε μαθήματα στο πανεπιστήμιο καλών τεχνών της πόλης, όπου μάλιστα καθηγητής του ήταν ένας άλλος Σκωτσέζος, ο Eduardo Paolozzi και πέθανε μόλις στα 21 του. Αυτό συνέβη λίγες μέρες πριν την εκ νέου άφιξη των Beatles στην πόλη -για τρίτη φορά- όπου θα έπαιζαν στο νεοϊδρυθέν Star Club.

Το 1962 λοιπόν είναι η χρονιά που οι Beatles γνωρίζουν τον George Martin, ηχογραφούν το Love Me Do και γίνονται παγκόσμιο φαινόμενο. Όμως όπως και στη ζωή για 1 αστέρι που λάμπει, κάνα εκατομμύριο άλλα ζουν στο σκοτάδι, όχι απαραίτητα λόγω μικρότερης ικανότητας. Έτσι και ο ήρωας μας που πια ακούει στο όνομα/καλλιτεχνικό ψευδώνυμο Don Adams, ψάχνει κάποιο σταθερό σημείο αναφοράς. Επιστρέφει στο νησί, μετά από ένα πέρασμα από τα cabaret του Αμβούργου, τόπου όπου έδρασαν δεκάδες group κυρίως από το Liverpool. Στο Λονδίνο ψάχνεται να δημιουργήσει μια μπάντα, για να ξαναγυρίσει στο δρόμο με τα κόκκινα φώτα στο St. Pauli. Όπερ και εγένετο Don Adams R&B Trio με την ξεχωριστή παρουσία του νεαρού τσιγγάνου κιθαρίστα Albert Lee. Ο Lee είχε ήδη εμφανιστεί στο 2I’s coffee bar, ανήλικος ακόμα, περιόδεψε στη Σκωτία στις αρχές του 1960 και το φθινόπωρο του ’62 βρέθηκε με τους Nightsounds στο Αμβούργο για 3 εβδομάδες και ενώ μόλις είχε κλείσει τα 18. Στην βιογραφία του με τίτλο Country Boy: A Biography of Albert Lee, ο κατοπινός κορυφαίος session μουσικός αφηγείται, μέσω του συγγραφέα Derek Watts: ‹‹Ο χειμώνας του 1962/63 ήταν ο πιο κρύος από το 1795. Η θερμοκρασία έφτασε τους -35 βαθμούς και τουλάχιστον 49 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους. Τότε συνέπεσε και η άφιξη ενός μουσικού -στο Λονδίνο- από το πιο κρύο μέρος των ΗΠΑ τη Μινεσότα. Ο Bob Dylan έμενε παρέα με τον Martin Carthy και συνηθισμένος σε τέτοιο καιρό, τον βοήθησε να κόψει σε κομμάτια μια παλιά ντουλάπα και να τη ρίξουν στη φωτιά για να ζεσταθούν››. Στα τέλη της χρονιάς ο Albert συναντάει στο West End του Λονδίνου τον Adams, ο οποίος προσπαθούσε να φτιάξει μια μπάντα και να ξαναπάει στη Γερμανία για περιοδεία. Εκεί είχε τις άκρες του, οπότε οι  φρέσκοι Don Adams Trio που πέραν των 2 τους αποτελούνταν από τους νεαρούς Barry Jenkins (drums) και Bruce Waddell (bass), μπήκαν στο κίτρινο βαν με προορισμό το Αμβούργο. 

 Εκεί οι Beatles έκαναν τα τελευταία τους live στο Star Club, παρέα με τους Johnny & the Hurricanes. ‹‹Πήραμε τον αυτοκινητόδρομο Α2 με προορισμό το ferry για το Ostend, μια παραθαλάσσια Βέλγικη πόλη. Παγώσαμε, στο Βέλγιο φτάσαμε στις 6 το πρωί και πήραμε τον παγωμένο δρόμο για τον προορισμό μας. Οδηγώντας πάνω σ’ ένα παχύ στρώμα μαύρου πάγου, έχασα τον έλεγχο ρίχνοντας το όχημα πάνω στις λεύκες του δρόμου. Ο πίσω τροχός λύγισε, από το βάρος, αλλά πέραν μικρών τραυμάτων δεν πάθαμε τίποτα. Τελικά ένας Γερμανός μπάτσος, που έφερνε σε γκεσταπίτη, μας βοήθησε να ισιώσουμε το βαν, να αλλάξουμε ρόδα και να ξεκινήσουμε και πάλι για τα εναπομείναντα 330 μίλια››. Μετά από λίγο καιρό στο Αμβούργο, η μπάντα θα πάει στο Kitzingen στη Βαυαρία, όπου ξεκίνησαν να εμφανίζονται σε club-στέκια Αμερικάνων φαντάρων (λέγε με και G.I., μιας και στην περιοχή υπήρχε Αμερικάνικη στρατιωτική βάση), που όταν μέθαγαν γίνονταν επιθετικοί. Ενίοτε ο Adams αναλάμβανε … δράση, χτυπώντας με τις γροθιές του αρκετά ψηλότερους του. Αφηγείται και πάλι ο Albert: ‹‹Παίζαμε κάθε βράδυ 6 ώρες, υπήρχαν όμως και ωραίες στιγμές, να όπως τότε που γνωρίσαμε τον Jay, έναν Τεξανό που ήξερε τους Crickets του Buddy Holly, ή μια άλλη φορά που μετά το εξάωρο παίξαμε άλλη μια ώρα, αλλά πήραμε στα χέρια μας μια μπουκάλα southern comfort! Ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα-έπινα τέτοιο whiskey, μιας και δεν υπήρχε στην Αγγλία. Λίγο αργότερα μέσω του ίδιου ιδιοκτήτη κλείσαμε να παίξουμε στο Wiesbaden, κοντά στη Φρανκφούρτη, αλλά φτάνοντας εκεί το βαν είχε καλυφθεί από χιόνι και δεν έπαιρνε μπρος. Ένας φαντάρος που είχαμε γνωρίσει, μας τράβηξε με μια μπλε cadillac! Στην πόλη μέναμε σ’ ένα μπουρδέλο, εν τω μεταξύ είχαν παγώσει τα πάντα, το βαν τα έφτυσε και εμείς πήγαμε στο live σαν τον Scott της Ανταρκτικής (Άγγλος αξιωματικός και εξερευνητής του πόλου)! Όταν έλιωσαν οι πάγοι, το βαν επιτέλους πήρε μπρος και εμείς το δρόμο της επιστροφής. Είχαμε μαι μικρή σόμπα και κουβέρτες για να ζεσταθούμε, ώσπου έπεσε και πιάσαμε φωτιά. Τη σβήσαμε ρίχνοντας χιόνι, αλλά μας χάλασαν τα φώτα πορείας, έτσι έπρεπε να περιμένουμε μια νταλίκα και να σταθούμε από πίσω της, συνεχίζοντας για την Αγγλία››.

Ενώ οι υπόλοιποι επέστρεψαν πίσω, ο Don έμεινε συνεχίζοντας να τραγουδάει, με κοινό ως επί το πλείστον φαντάρους, σε club σαν το Havana ή το Tabarin. Εκεί θα γνωριστεί με έναν γόνο ”στρατιωτικής” οικογένειας, πολίτη του κόσμου δηλαδή, γεννημένο στην Αλσατία από Αμερικάνους γονείς, που ταξίδεψε στις Η.Π.Α. και την Αλάσκα, ώσπου κατέληξε στο Μόναχο. Το όνομα του Peter Bender, μουσικός και αυτός, το ’64 τραγουδούσε με μια beat μπάντα τους Flaming Stars. Στα 70s έφτιαξε τους Wyoming και απέκτησε και το ομώνυμο ψευδώνυμο, ενώ πήρε μέρος σε διάφορες μπάντες και session δουλειές ως κιθαρίστας. Γνωρίστηκε με τον Don -2 ξένοι στην ίδια πόλη, για να θυμηθούμε και την θεσπέσια ταινία του Jose Giovanni- όταν ο Σκωτσέζος αποκτούσε το προσωνύμιο: η μαύρη φωνή του Μονάχου. Τραγουδούσε soul, rhythm & blues, blues, beat, οπότε δεν άργησε να παρουσιαστεί και η πρώτη ευκαιρία για δίσκο. 1965 στη Metronome ως Don Adams & the Flying Scotch ηχογραφεί το Ooh Poo Pah Doo του Jessie Hill και στη δεύτερη πλευρά υπάρχει η δική του σύνθεση Sweet and Sour Tears. Οι …ιπτάμενοι Σκωτσέζοι δεν ήταν άλλοι από τη μπάντα του Bender, τους Flaming Stars.

Αλλάζοντας μπάντες και club ο Don γνωρίζει μουσικούς και διάφορους ανθρώπους που θα τον βοηθήσουν στην πορεία του. Εμφανίζεται στο club Tabarin στο Μόναχο, στέκι φαντάρων και ροκάδων. Το ’67 θα γράψει το τραγούδι των τίτλων για την ταινία του Rolf Olsen: Das Rasthaus Der Grausamen Puppen. Τυχαίο ή όχι, το film διαδραματίζεται στη Γλασκώβη (τόπο γέννησης του Don). Τη μουσική έγραψε ο Αυστριακός, συμπατριώτης και συνεργάτης του σκηνοθέτη, Erwin Halletz. Ο Adams στη συνέχεια θα βρεθεί στον Γερμανικό θίασο του musical Hair, που ένα χρόνο μετά την πρεμιέρα του στη Νέα Υόρκη και αφού πέρασε από το Broadway και το West End του Λονδίνου, περιδιαβαίνει την Ευρώπη. Φτάνει στο Μόναχο (μετά τη Στοκχόλμη) την 24η Οκτώβρη του ’68 και λίγο αργότερα ο θίασος θα βρεθεί στο δυτικό Βερολίνο, καθώς και σε όλη τη χώρα για 2,5 συναπτά έτη. Εκεί, στις παρυφές του Σπρέε, το έργο δημιουργεί εντάσεις.

 Οι Haschrebellen (χασισορέμπελοι) -χασισοπότες, φρικιά, λούμπεν, ροκάδες με …πολιτική και αντικρατική συνείδηση- με αφορμή το ανέβασμα του Hair κυκλοφόρησαν μια προκήρυξη: ‹‹Είναι το Hair πραγματικός εκπρόσωπος της αντικουλτούρας? Όχι, γνωρίζουμε μάλιστα πως εμφανίζεται κάτω από το πέπλο της για να υπηρετήσει καπιταλιστικές ανάγκες. Εμείς, η αντικουλτούρα του Δ. Βερολίνου δεν ταυτιζόμαστε με αυτό το τσίρκουλο. Τώρα όπως και παλιά, η αληθινή αντικουλτούρα υποφέρει αβοήθητη στην παρανομία, μέσα σε καταλυμένα σπίτια και ενώ το δημοτικό συμβούλιο κλείνει τα στέκια μας (Zodiak και Obdach). Η εμφάνιση του Hair τούτου του θιάσου της ψευτοαντικουλτούρας, είναι μια απόπειρα ώστε να πεισθούν οι εκτός Βερολίνου πως τάχα η …ελεύθερη πόλη τους ανέχεται όλους. Απαιτούμε να παραδοθούν άμεσα οι όμορφες θεατρικές αίθουσες στην πραγματική αντικουλτούρα. Αν δεν γίνει αυτό, ξέρουμε πως να εμποδίσουμε το ανέβασμα οποιασδήποτε μαλακίας πάνω σε αυτά τα παλκοσένικα. Μαστιγώστε άγρια τους θεατές στη μέση του δρόμου μέχρι να φωνάξουν, να ουρλιάξουν άγρια και να κατασπαράξουν οτιδήποτε μετατρέπει τον άνθρωπο σε σκλάβο›› (Η εν λόγω προκήρυξη μεταφέρθηκε από το βιβλίο Underground Press του Βλάση Ρασσιά). Ταυτόχρονα όμως ο τότε χασισορέμπελος και μετ’ έπειτα αντάρτης πόλης με το κίνημα 2 Ιούνη, Ralf Reinders λέει: ‹‹Εκείνη την εποχή ήλθε στο Δ. Βερολίνο το Hair. Η ομάδα που το έπαιζε είχε πολύ κέφι. Σχεδόν όλοι ήταν Βερολινέζοι, κανα δυο ήταν Αμερικάνοι και μερικοί δυτικοΓερμανοί. Ξέραμε πολλούς από αυτούς γιατί έπιναν μαζί μας ή ψώνιζαν (ναρκωτικά) από εμάς. Μένανε σ’ ένα μεγάλο διαμέρισμα, όπου συναντιόταν όλη η παρέα των καλλιτεχνών και μας ρωτούσαν αν θέλαμε να κάνουμε κάτι για την πρεμιέρα. Ήταν προσκεκλημένη  όλη η αφρόκρεμα της πόλης, εμείς είπαμε εντάξει, αν μας αφήσετε να ανέβουμε στο πίσω μέρος της σκηνής, θα βγούμε με ένα τσιγαριλίκι και θα εξηγήσουμε στο κοινό πως υπάρχει κόσμος που πίνει, ότι αυτό δεν είναι θέατρο και οι μπάτσοι όλη την ώρα μας ζαλίζουν. Τότε μαθαίνουμε πως ένας ηθοποιός είχε φανερώσει το σχέδιο και οι security θα φρόντιζαν να μείνουν οι πόρτες κλειστές. Με υλικά που είχαν απομείνει από την Κομμούνα 1 φτιάξαμε μεγάλες κροτίδες και ένα καπνογόνο και σκεφτήκαμε πως θα μπορούσαμε να τους τη χαλάσουμε. Όμως πάντα πριν από τέτοιες αφορμές, υπήρχε μια περίεργη ατμόσφαιρα, θέλεις να κάνεις κάτι, αλλά δεν ξέρεις από που να αρχίσεις. Εν πάση περιπτώσει ορμήσαμε το βράδυ, όλοι μαζί στην γκαρνταρόμπα. Και έξω ήταν και άλλοι, τύποι που για ένα γραμμάριο χασίς έτρωγαν βρωμόξυλο από τους μπάτσους. Και αυτός ο κόσμος έμπαινε μέσα και χειροκροτούσε κιόλας. Θέλαμε λοιπόν να δείξουμε πως έχει η πραγματικότητα, οπότε πετάξαμε ένα καπνογόνο και αυτό σκάλωσε μεταξύ πόρτας και μεντεσέ, μιλάμε για ντουμάνι. Ένας τράβηξε όπλο και έριξε στον αέρα, αλλά δε συνέλαβαν κανέναν από εμάς››.

Στο Δ. Βερολίνο όλα έγιναν γρήγορα, οι ομάδες των Τουπαμάρος Δ.Β. και των Blues, το περιοδικό Agit 883, μάχες στους δρόμους, φυλακίσεις, παρανομία, αντάρτικο. Την ίδια περίοδο στο Μόναχο, το οποίο δεν είχε φυσικά τη ”δράση” του Βερολίνου, αλλά παρά τα όσα πιστεύει ο κόσμος, διέθετε όχι μόνο γερή μουσική σκηνή, αλλά και δυναμικό κίνημα αντικουλτούρας. Η κομμούνα των Amon Duul, οι κολεκτίβες των Embryo, Haboob και Siloah, οι ”άγριοι” Out of Focus, το ”κινηματικό” label της Trikont και το περιοδικό Planet, οι Sparifankal και η εταιρεία Shcneeball, οι Arbeitercache Munchen και οι Checkpoint Charlie, το Action Theater, το Αντί-Θέατρο και ο μέγας Fassbinder, ήταν κομμάτια όλου αυτού. Κυρίως όμως ή ανάμνηση των ονομαζόμενων Schwabing riots το καλοκαίρι του ’62, όταν με αφορμή το πέρας της ώρας, όπου 5 μουσικοί του δρόμου έπαιζαν μετά τις 22.00, οι γείτονες φώναξαν τους μπάτσους και αυτοί επιχείρησαν να συλλάβουν τους μουσικούς. όμως βρήκαν αντίσταση από τον κόσμο της περιοχής, ένα μείγμα νέων, φοιτητών, καλλιτεχνών, παραβατικών (σαν το νεαρό τότε Andreas Baader) και halbstarken (ήτοι οι τοπικοί rockers). Ήρθαν ενισχύσεις και η μάχη ξεκίνησε, η οποία κράτησε πέντε μέρες και τη σταμάτησε η …βροχή! Εκεί λοιπόν στο βόρειο κομμάτι της πόλης, όπου ένα πνεύμα ελευθεριακότητας ενυπήρχε, ο Adams συνεχίζει τραγουδώντας στο Jazz club Domicile παρέα με τον Olaf Kubler. Μεταξύ των μουσικών υπήρχε μια αλληλεπίδραση και δισκογραφική συνεργασία, έτσι ο Adams θα χτίσει μια rhythm section που θα τον οδηγήσει στο πρώτο του album, το καταπληκτικό Watts Happening. Εκδίδεται το 1969 από τη Sunset με μια πλειάδα μουσικών να συνοδεύουν αυτή τη βαθιά παθιάρικη φωνή. Dusko Goykovich, Lothar Meid, Jimmy Jackson, ο φίλος του Olaf Kübler κ.α. μαζί με τον Hans Wewerka στην παραγωγή. Κανένα από τα 12 τραγούδια του δίσκου -που ένα χρόνο μετά εκδόθηκε και στην Ισπανία- δεν το έγραψε ο Don. Ευτυχώς η Sonorama τον επανέκδοσε το 2007 σε cd, μαζί με δεκάδες άλλα διαμάντια και συλλογές κυρίως από τη Γερμανική σκηνή.

Έναν ακόμα δίσκο περιελάμβανε η solo καριέρα του Adams, το Black Voice (1972 U.A.), όπου μάλιστα συμμετέχουν οι εξαιρετικοί Άγγλοι jazz-rockers Satisfaction του Mike Cotton και ακολουθούν κάποια σκόρπια single και συμμετοχές σε συλλογές. Τελευταία δική του ηχογράφηση το 1975 με το single Magazine Queen. Ταυτόχρονα όμως θα περάσει από τις τάξεις των Love Generation, Les Humphries Singers, θα ηχογραφήσει παρέα με τον σπουδαίο τρομπονίστα Peter Herbolzheimer, την Joy Fleming και τελευταίους τους Mandrake στα τέλη της δεκαετίας του ’70 και μετά θα ακολουθήσει σιωπή. Η υγεία του κλονισμένη από τις καταχρήσεις και η φωνή του το ίδιο θα τον απομακρύνουν από τη μουσική. Θα επιστρέψει στην Αγγλία όπου θα ξαναπαντρευτεί δις και θα νοικοκυρευτεί(?) με 3 παιδιά. Η δεύτερη σύζυγος του -η πρώτη ήταν η Rhonda- Gitta Walther -με την οποία χώρισε το 1976- ήταν και εκείνη τραγουδίστρια και ηχογράφησε και τραγούδησε με διάφορα ονόματα (Simone, Jackie Robinson, αλλά και με το πραγματικό επώνυμο του Adams, το MacKay). Εν τέλη το 1995 (24/6) μόλις στα 53 του, θα εγκαταλείψει τα εγκόσμια, από κύρωση του ύπατος. Πέραν της επανέκδοσης του Watts Happening και την παρουσία του σε μερικές συλλογές ο Don Adams χάθηκε στη λήθη της euro-soul σκηνής και όσων ζούσαν στο Μόναχο και το Αμβούργο στα 60s/70s. Προσωπικά μια συλλογή του περιοδικού JAZZ &ΤΖΑΖ (groovy therapy) και η κατοπινή αγορά του πρώτου δίσκου του σε cd, με έβαλαν στο κόλπο. Από εκεί χώθηκα σε ανάλογες μουσικές και ανακάλυψα μερικά …αναληθή στερεότυπα περί Γερμανών, οι άγριοι, μονόχνωτοι, άψυχοι και κακοί οικοδεσπότες. Ας ψάξει κανείς τη soul/funk/jazz σκηνή τους, τα εμβληματικά American Folk Blues Festival που διοργάνωσαν και την πολύ μεγάλη σε ποσότητα και κυρίως σε ποιότητα ”εισροή” μουσικών εμιγκρέδων, που συνέβαλε στην πλούσια γκάμα της τοπικής σκηνής. Κυρίως όμως κάντε τη χάρη στον εαυτό σας και ακούστε την ανυπέρβλητη φωνή του Σκωτσέζου Don Adams. That feeling is (not) gone, για να παραφράσουμε ένα από τα ομορφότερα τραγούδια που τραγούδησε.