What’s Made Milwaukee Famous (Has Made a Loser Out of Me)
Η ιστορία ενός άγνωστου Έλληνα εμιγκρέ

Η ιστορία των ΗΠΑ, είναι σε μεγάλο βαθμό, συνυφασμένη με τους μετανάστες και τους πρόσφυγες που καταφθάνουν μέσα στους αιώνες εκεί. Πάρτε για παράδειγμα τον τίτλο αυτού του κειμένου: What’s Made Milwaukee Famous (Has Made a Loser Out of Me). Ένα τραγούδι που πρωτοτραγούδησε το ’68 ο Jerry Lee Lewis και αργότερα διάφοροι άλλοι, από τον Rod Stewart, ως τους Flogging Molly. Αυτό λοιπόν που έκανε γνωστό το Milwaukee, ήταν μια μπύρα ονόματι Schlitz, που στην ετικέτα έφερε τον υπότιτλο “The beer that made Milwaukee famous”. Δημιουργός της ένας Γερμανός εμιγκρές από το Mainz, ο Joseph Schlitz. Αντίστοιχα παραδείγματα μπορούμε να βρούμε εκατοντάδες. Όσον αφορά τώρα την πολυπληθέστερη πόλη της πολιτείας του Wisconsin, τι μας φέρνει στο νου; Μουσικά, υπάρχει εδώ και 48 χρόνια το Summerfest, ένα από τα πιο μεγάλα και γνωστά φεστιβάλ του κόσμου, καθώς και μερικά γκρουπ και μουσικοί που άφησαν το στίγμα τους (Violent Femmes, Plasticland, Crème Soda, A.B. Skhy κ.ά.). Σε αθλητικό επίπεδο, αυτό που γνωρίζουν όλοι πια, είναι οι Bucks. Σε μια περίεργη συγκυρία, τα Ελάφια ιδρύθηκαν την ίδια χρονιά που βγήκε το τραγούδι του τίτλου σε δίσκο και ξεκίνησε το Summerfest, το 1968 δηλαδή. Μόλις 3 χρόνια αργότερα, κατέκτησαν και το μοναδικό τους πρωτάθλημα στο NBA, διαθέτοντας τα 2 ιερά τέρατα, Oscar Robertson και Lew Alcindor. Από κει και πέρα όμως, ξεκινάει σιγά σιγά η φυγή παικτών, που κορυφώνεται με τη μεταγραφή/ανταλλαγή του –μουσουλμάνου πια και με τη βούλα– Kareem. Αυτή, κατά κάποιον τρόπο, αποτελεί και την “κατάρα” ολάκερης της πολιτείας. Νότια το Illinois, ανατολικά το Michigan, δυτικά η Minnesota, είναι λογικό το Wisconsin, να μην αποτελεί θέλγητρο για ανθρώπους φιλόδοξους και περιπετειώδεις. Τέτοιοι ήταν και αρκετοί ντόπιοι μουσικοί, όπως ο Peter Stampfel (των Fugs) ή ο James Chance, που μετακινήθηκαν ανατολικότερα, στη μέκκα Νέα Υόρκη. Μια αντίστοιχη περίπτωση αποτελεί και ένας Έλληνας εμιγκρές που –90 χρόνια πριν– γεννήθηκε στην πόλη που σήμερα μεσουρανεί ο Γιάννης Αντετοκούμπο.

Ο Θεόδωρος Αλεβίζος ή Ted Alevizos, που θα μας απασχολήσει στο παρόν κείμενο, ήρθε στον κόσμο στις 7/2/1926. Γιος Μεσσήνιων μεταναστών, οι οποίοι στις αρχές του 20ού αιώνα κατέφθασαν μαζί με χιλιάδες άλλους συμπατριώτες τους στον Αμερικάνικο Βορρά εργαζόμενοι ως γεωργοί, εργάτες, σερβιτόροι και λούστροι. Ο Ted μεγάλωσε και στα 19 του υπηρέτησε στο ναυτικό, στην Okinawa, στα τέλη του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου. Στη συνέχεια φοίτησε στο τμήμα Φιλοσοφίας του Marquette University, ενός από τα πιο παλιά και γνωστά καθολικά πανεπιστήμια, που –εκτός της ομώνυμης κολεγιακής μπασκετικής ομάδας που κατέκτησε ολόκληρο NCAA το 1977– είχε την “τιμή” να έχει στις τάξεις της ένα από τα μεγαλύτερα καθάρματα της ιστορίας, τον Joseph McCarthy, γεννήτορα του μακαρθισμού. Ο Alevizos, το 1956 άφησε το Milwaukee, αρχικώς για τη Νέα Υόρκη και το πανεπιστήμιο Columbia συνεχίζοντας τις σπουδές του. Μερικά χρόνια νωρίτερα, πάλι στο Μεγάλο Μήλο, είχε γραφτεί στο Julliard School of Music συνεχίζοντας έτσι τα ιδιωτικά μαθήματα φωνητικής, που είχε ξεκινήσει ήδη από τα χρόνια του Marquette. Όπως είναι λογικό, στο σπίτι του Ted, ακούγονταν και κυρίως τραγουδούσαν παλιά παραδοσιακά ελληνικά τραγούδια και ως συνήθως ο πατέρας ξεκινούσε με 1-2 στίχους και η υπόλοιπη οικογένεια συνέχιζε και ολοκλήρωνε το τραγούδι. Από τότε άρχισε να φαίνεται το ταλέντο και το εκπληκτικό τέμπρο στη φωνή του, το οποίο βελτίωσε μέσω εξάσκησης και μαθημάτων. Φτάνοντας στα 1957, ο Alevizos θα μετακινηθεί ανατολικότερα, στο Cambridge, όπου ξεκινάει να εργάζεται στη βιβλιοθήκη του πανεπιστημίου Harvard. Εκείνα τα χρόνια, θα συμβούν διάφορα σημαίνοντα, που θα του αλλάξουν τη ζωή.

Πρώτα απ’ όλα στο Harvard, ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’40, διεξάγονται πειράματα πάνω στις επιδράσεις που προκαλεί ένα νέο ναρκωτικό, που αργότερα έγινε σύμβολο μιας ολόκληρης γενιάς. Η CIA χορηγεί LSD σε μέλη του πανεπιστημίου καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του ’50. Ένας από αυτούς που δοκίμασε ήταν και ο Alevizos. Γράφει η Joan Baez στην αυτοβιογραφία της “Και μια φωνή να τραγουδάω” το εξής: “Κυκλοφορούσε ένα κουτσομπολιό, ότι ο Ted είχε δοκιμάσει ένα καινούριο ναρκωτικό, το LSD, είχε χάσει τελείως το μυαλό του μετά απ’ αυτό και είχαν περάσει εβδομάδες, μέχρι να συνειδητοποιήσει ότι ξαναγύρισε στη γη”. Επίσης ξεκίνησε να μαθαίνει κιθάρα, όμως η ανακάλυψη μιας συλλογής στη βιβλιοθήκη του Harvard τού έδειξε το δρόμο. Το Greek Folklore του θύμισε και του έμαθε παραδοσιακά τραγούδια του τόπου των προγόνων του, που σε συνδυασμό με τη σπουδαία φωνή που διέθετε, τον ώθησαν να μπει ενεργά στη μουσική.

tedal6Εκείνα τα χρόνια στη φοιτητούπολη του Cambridge είχαν ανοίξει διάφορα cafe ή coffeehouses σαν το Club 47, όπου εμφανίζονταν νέοι μουσικοί ή και βετεράνοι των blues. Είναι η περίοδος, προτού σκάσει το folk revival και συνεπάρει αρχικώς όλη την ανατολική ακτή. Οι περισσότεροι folkies που αργότερα ανέδειξαν το Greenwich Village της Νέας Υόρκης σε κέντρο της όλης φάσης, πέρασαν ένα διάστημα στη Harvard Square. Εκεί μπλέχτηκαν με νέους διψασμένους για μουσική και τη σπουδαία παράδοση που διέθετε η ευρύτερη περιοχή της Νέας Αγγλίας (jazz, blues, βρετανική λαϊκή μουσική, bluegrass, συν τις ξεχωριστές μουσικές που έφεραν μαζί τους οι δεκάδες διαφορετικές ομάδες μεταναστών). Ανάμεσά τους και ο Alevizos με τα τραγούδια της πατρίδας του σε μια περιοχή με έντονο ελληνικό στοιχείο. Ξεκίνησε λοιπόν το ’58 να εμφανίζεται ζωντανά και σιγά σιγά έγινε γνωστός στους κύκλους των μουσικών. Μια νεαρή 17χρονη φοιτήτρια που ντεμπουτάρει την ίδια περίοδο θα γνωρίσει τον Ted για τον οποίο αργότερα θα πει: “τραγουδούσε ελληνικά τραγούδια κι είχε ένα εκπληκτικό τέμπρο στη φωνή του, είχε σπουδάσει φωνητική κι ήταν συντηρητικός”. Ένα χρόνο αργότερα η εν λόγω δεσποινίς κλείνει τα 18, ήδη όμως δείχνει τις φιλοδοξίες της. Δανείζεται (ή κλέβει) στοιχεία από παντού και περνάει στο επόμενο στάδιο που είναι η ηχογράφηση ενός δίσκου. Εν έτει 1959 λοιπόν η –περί ου ο λόγος– Joan Baez μπαίνει στο μικρό στούντιο του Stephen Fassett στη Βοστόνη και μαζί της είναι ο Bill Wood και ο Ted Alevizos. Το Folksingers ‘Round Harvard Square (Veritas, 1959) αποτέλεσε –εκτός του επίσημου ντεμπούτου της Baez (είχε κάνει και μια ηχογράφηση το ’58 στο San Francisco που εκδόθηκε όμως αργότερα)– μια από τις πρώτες αποτυπώσεις σε βινύλιο της τοπικής folk σκηνής. Από τον Μάη που ηχογραφήθηκε ο δίσκος το επόμενο βήμα έγινε 2 μήνες αργότερα, όταν καμιά εκατοστή χιλιόμετρα νοτιότερα ξεκινούσε το φημισμένο Newport Folk Festival (όπου η Baez εμφανίστηκε άνευ των άλλων δύο). Αυτό το LP βγήκε αρχές του 1960. Εδώ ο Alevizos τραγουδάει 5 από τα 18 παραδοσιακά κομμάτια του άλμπουμ, ανάμεσα στα οποία είναι τo Σκωτσέζικο Walie Walie, το Ιρλανδικό Rejected Lover (εδώ η ερμηνεία του θυμίζει σε στιγμές τον υπέροχο John Jacob Niles), το Αγγλικό Lass from the Low Country, το Μικρασιάτικο Astrapsen (Άστραψεν η Ανατολή) και το spiritual Don’t Weep After Me. Ο δίσκος ξεχάστηκε γρήγορα, επανεμφανίστηκε όμως το ’63, όταν η πιο συναρπαστική folk τραγουδίστρια της Αμερικής (όπως ανέγραφε στον υπέρτιτλο) ήταν πασίγνωστη και με 4 ακόμα άλμπουμ στο ενεργητικό της. Το The Best Of Joan Baez ήταν το τυράκι για να βγάλει εύκολα φράγκα ο εκδότης του. Αργότερα επανεκδόθηκε αρκετές φορές. Αν όμως η πορεία της Baez μας είναι γνωστή, οι άλλοι 2 μουσικοί μας είναι άγνωστοι.

Ο Bill Wood, που έπαιζε κιθάρα, ηχογράφησε 2 δίσκους με το folk group των Raunch Hands και είχε μια ραδιοφωνική εκπομπή στον σταθμό του πανεπιστημίου. Στη συνέχεια εργάστηκε ως βιολόγος και τη μουσική παρακαταθήκη του συνέχισαν τα παιδιά του Oliver & Chris ή αλλιώς The Wood Brothers. Ο Alevizos όμως συνέχισε να εμφανίζεται και να ηχογραφεί τραγούδια που είχε μάθει από τους γονείς του και κυρίως από τη συλλογή Greek Folklore. Στο Club 47 εμφανίστηκε ζωντανά μαζί με τη Baez που θαύμαζε τη μεγαλοπρεπή φωνή του Ted, ο οποίος θυμάται: “συνήθως με ρωτούσε πώς κατάφερνα και τραγουδούσα έτσι. Θέλω κι εγώ, έλεγε, πώς μπορώ να το κάνω; Της έλεγα πως έχω κάνει μαθήματα για να το καταφέρω, και τότε μου απαντούσε, α όχι”. Μάλλον αποζητούσε την εύκολη λύση της γρήγορης εκμάθησης.

Το 1960 ο Ted θα ξαναμπεί στο στούντιο παρέα με τον κιθαρίστα Rolf Cahn. Ο Cahn ήταν Εβραίος που γεννήθηκε στη Γερμανία. Το 1937 έφυγε οικογενειακώς για το Michigan και από κει μεγαλώνοντας περιπλανήθηκε σε διάφορα μέρη των ΗΠΑ και αργότερα της Ευρώπης (ήρθε και στη χώρα μας). Στο Cambridge έφτασε στα τέλη της δεκαετίας του ’50 και αποτέλεσε έναν από τους πυλώνες της όλης folk φάσης. Οι 2 τους ηχογράφησαν για λογαριασμό της Tradition (label του Ιρλανδό-Αμερικάνικου folk σχήματος των Clancy Brothers) 15 παραδοσιακά Ελληνικά τραγούδια, μερικά εκ των οποίων, επανεμφανίζονται τα επόμενα χρόνια στη δισκογραφία, αλλά και σε βιβλία. Η Misirlou, 2 χρόνια πριν η εκτέλεση του Dick Dale την κάνει το πιο γνωστό ελληνικό κομμάτι στις ΗΠΑ, και η Yerakina, την οποία ανάμεσα σε άλλους (Weavers, Limeliters) εννιά χρόνια αργότερα διασκεύαζαν οι Καλιφορνέζοι Kaleidoscope (στο 11λεπτο Seven-Ate Sweet). Όσο για το βιβλίο, αυτό γράφτηκε από τον Richard Farina, μουσικό που πέθανε στα 29 του, αλλά πρόλαβε να παντρευτεί δις, 2 γυναίκες μουσικούς, την Carolyn Hester αρχικά και στη συνέχεια τη Mimi Baez (μικρότερη αδερφή της Joan). Ιρλανδό-Κουβανικής καταγωγής, υπήρξε φίλος και συμφοιτητής -στο Cornell University της Ithaca- του συγγραφέα Thomas Pynchon και ζώντας μια περιπετειώδη ζωή, αποφάσισε να γράψει το Been Down So Long It Looks Like Up To Me. Το βιβλίο πέρασε από πολλές φάσεις και δουλεύτηκε αρκετά την περίοδο ’58-’65.

Παράλληλα έμαθε dulcimer, ταξίδεψε, έκανε δισκογραφικές και ζωντανές εμφανίσεις με τους Eric Von Schmidt, Bob Dylan, Judy Collins, Rory & Alec McEwen κ.ά. και πάνω απ’ όλα δημιούργησε το ντουέτο Richard & Mimi Farina. Στις 28/4/1966 επιτέλους εκδόθηκε το βιβλίο, αλλά 2 μέρες αργότερα, πάνω σε μια μοτοσυκλέτα, στο Carmel της California, ο χάρος τον βρήκε στη στροφή. That’s thanatos, όπως έγραφε στο βιβλίο του, μιας και ο ήρωας (που ουσιαστικά ήταν ο εαυτός του) ονομαζόταν Gnossos Pappadopoulis, ο οποίος τραγουδάει και έναν αμανέ με τίτλο Otan mou ipe eche yian (που υπάρχει στον δίσκο του Alevizos το 1960). Παρότι το βιβλίο δεν μεταφράστηκε ποτέ στα ελληνικά, τα εν λόγω αναφέρονταν στο –πάλαι ποτέ ευαγγέλιο- περιοδικό ZOO (τεύχος 17, 9/99, ενώ αποσπάσματα του βιβλίου, μεταφράζονται τα τελευταία χρόνια σε συνέχειες, από το περιοδικό Τυφλόμυγα). Από τότε χρονολογείται η “σχέση” μου με τους Alevizo & Farina και τους λοιπούς folkies που πέρασαν από τη σκηνή της Βοστόνης. Μερικές φορές συμβαίνουν περίεργα πράγματα, όπως τα μόλις 2-3 κείμενα που γράφτηκαν για τον Ted στα Ελληνικά (εκτός του ZOO, τα υπόλοιπα εμφανίστηκαν στο Jazz+Τζαζ και εμπλουτισμένο, από τον ίδιο τον συντάκτη Φώντα Τρούσα, στο blog του ΔΙΣΚΟΡΥΧΕΙΟΝ).

Το 1960 ο Alevizos ηχογράφησε και ένα 2ο προσωπικό LP, το Greek Folk Songs Sung By Theodore Alevizos, με τη συμμετοχή και πάλι του Cahn, καθώς και της γυναίκας του Suzan. Ο δίσκος εκδόθηκε το ’61 από την Prestige International και περιείχε 19 τραγούδια, ανάμεσά τους και το 3 Παιδιά Βολιώτικα, που 6 χρόνια αργότερα διασκεύαζαν ως Treea Pethya (στα ελληνικά) οι Devil’s Anvil. Υπάρχει στο μοναδικό άλμπουμ της μπάντας Hard Rock From The Middle East (67, Columbia), όπου επίσης διασκευάζουν τα Μισιρλού και Μάνα μου και Παναγιά (ως Kley). Στο οπισθόφυλλο του Greek Folk Songs αναγράφεται πως το ζεύγος Alevizos επισκέφτηκε την Ελλάδα, όπου βρήκε και άλλα τραγούδια. Δεν είναι γνωστό πόσες φορές ήρθαν εδώ, αλλά μια ακόμα (η 2η ίσως), η οποία υπήρξε αρκετά σημαντική, θα αναφερθεί λίγο παρακάτω. Στη Βοστόνη το 1961 δύο συμπατριώτες του άνοιγαν το Unicorn Coffeehouse Gallery, σημείο αναφοράς της τοπικής folk σκηνής, όπου μάλιστα ηχογραφήθηκε το ντεμπούτο (live) album του Tom Rush, καθώς και group σαν τους Chambers Brothers και Paul Butterfield Blues Band. Μαζί με το Club 47, τα 2 αυτά μέρη, αποτέλεσαν σημεία αναφοράς και χώρους έκφρασης πολλών νέων μουσικών. Εδώ εμφανίστηκαν οι Eric Von Schmidt, Bob Dylan, Carolyn Hester, αλλά και οι Farina και Cahn. Και αν όλοι αυτοί στη συνέχεια εγκατέλειψαν την Harvard Square, ο Alevizos παρέμεινε εκεί, συνεχίζοντας να εργάζεται για τη βιβλιοθήκη του Harvard και εν συνεχεία στην ίδια τη σχολή. Παράλληλα με αφορμή μια επανέκδοση του άλμπουμ που έκανε με τους Baez-Wood, ξεκίνησε να ενδιαφέρεται για τα δικαιώματα των μουσικών. Όπως αναφέραμε παραπάνω, το ’63, η εταιρεία Squire έβγαλε το The Best Of Joan Baez, με 14 από τα 18 κομμάτια της αυθεντικής έκδοσης, κερδίζοντας αρκετά χρήματα, χωρίς όμως να δώσει φράγκο στους μουσικούς. Ο Ted –και το ίδιο και η Baez απ’ την πλευρά της– πήγε την εταιρεία στο δικαστήριο κερδίζοντας τη δίκη. Εκπροσώπησε μάλιστα ο ίδιος τον εαυτό του, μιας και είχε ξεκινήσει νομικά μαθήματα στο Suffolk University. Το ’66 πήρε πτυχίο και από κει και πέρα άσκησε και το επάγγελμα του δικηγόρου εκπροσωπώντας μουσικούς μαζί με τη σύζυγό του.

Το 1967 επιστρέφει στην Ελλάδα προς αναζήτηση και άλλων παραδοσιακών τραγουδιών, μιας και θέλει να ηχογραφήσει ένα νέο δίσκο, αλλά κυρίως με αφορμή ένα βιβλίο που ήταν προγραμματισμένο να γράψει. Ήδη έχει λάβει προκαταβολή από τον Irwin Silber, γνωστό εκδότη και γραφιά στο περιοδικό Sing Out, που ασχολήθηκε με δίσκους και δισκογραφικές στη Νέα Υόρκη και παράλληλα ήταν υπεύθυνος για τις Oak Publications, εκδόσεις που αφορούσαν μουσικά και μουσικολογικά βιβλία. Εκεί βγήκε το ’68 το βιβλίο Folk Songs of Greece από τους Suzan & Ted Alevizos. Πέραν αυτού, το ζεύγος έφερε μαζί του και κάτι ακόμα. Το 1968 ήταν η χρονιά που ένας άλλος Έλληνας του εξωτερικού, ο σκηνοθέτης Κώστας Γαβράς, είχε σχεδόν ολοκληρώσει την 3η ταινία του στο Παρίσι. Πέραν από κάποιες λεπτομέρειες όμως του έλειπε κάτι σημαντικό, η μουσική. Ο συνθέτης Μίκης Θεοδωράκης, εν μέσω χούντας είχε αρχικώς φυλακιστεί και εν συνεχεία εκδιωχθεί, ζώντας σε περιορισμό στη Ζάτουνα Αρκαδίας. Του προτάθηκε να γράψει τη μουσική για το φιλμ και εκείνος ζήτησε να διαβάσει το σενάριο. Δεν τα κατάφερε όμως, καθώς λογοκρινόταν οτιδήποτε λάμβανε, οπότε διάλεξε κάποια παλιότερα κομμάτια του που θα έντυναν μουσικά την ταινία. Κάποιος όμως έπρεπε να αναλάβει την επικίνδυνη αποστολή να βγάλει το soundtrack εκτός συνόρων. Το Ζ του Βασίλη Βασιλικού σε σκηνοθεσία Κώστα Γαβρά τελικά προβλήθηκε τον Φλεβάρη του ’69 και φυσικά η μουσική βοήθησε την ταινία να γίνει κλασική. Ανάμεσα σε πολλούς άλλους, το έμαθαν και οι “δικοί μας” Savage Republic, οι οποίοι 2 δεκαετίες αργότερα διασκεύαζαν τα O Adonis & Pios Den Mila Yia Ti Lambri. Το ζεύγος Alevizos, που μέσω γνωστών πείστηκε να φέρει σε πέρας αυτή τη λαθραία εξαγωγή, διακινδύνευσε όχι μόνο την ασφάλειά του, αλλά και των δύο μικρών γιων. Ποτέ δε μίλησαν γι’ αυτό φοβούμενοι την απαγόρευση εισόδου στη χώρα.

Πέραν του βιβλίου και του Ζ, το ’68 βγαίνει και το 3ο προσωπικό του LP με τίτλο (σχεδόν ίδιο με το προηγούμενο) Greek Folksongs sung by Ted Alevizos από την Pathways Of Sound. Εδώ η σπουδαιότητα του δίσκου, πέρα από το αν αρέσει ή όχι σε κάποιον, έγκειται στο εξώφυλλο που σχεδίασε ο Eric Von Schmidt, γνωστός μουσικός, που ηχογράφησε επίσης με τους Cahn & Farina. Ο Schmidt, μια από τις μεγάλες επιρροές του Dylan, υπήρξε ζωγράφος και φιλοτέχνησε αρκετά εξώφυλλα δίσκων, βιβλίων (μια έκδοση του βιβλίου του Farina που ανέφερα πιο πάνω, την έκανε εκείνος) και αφίσες. Στον δίσκο αυτό ακούγονται πιο παραδοσιακά όργανα, μαντολίνο, φλάουτο και σαντούρι, το οποίο έμαθε να παίζει η σύζυγος του Ted, Suzan, όταν κατά την περίοδο του ταξιδιού τους στην Ελλάδα πήρε μαθήματα από τον Ναξιώτη Γιάννη Τζόβενο. Σ’ εκείνο το ταξίδι μάλλον ο Ted πρέπει να γνωρίστηκε και με τον Γιώργο Σεφέρη με τον οποίο αντάλλαξαν κάποιες επιστολές. Μερικά χρόνια νωρίτερα, το 1963, στο Woodberry Poetry Room του Harvard ο Alevizos έπαιζε και τραγουδούσε 2 μελοποιημένα ποιήματα του (από τον Θεοδωράκη), τα Στο Περιγιάλι το κρυφό και Κράτησα τη ζωή μου.

Πέραν αυτών, ο Alevizos έπαιξε οπωσδήποτε κάποιο ρόλο στην εξαγωγή και δημοτικότητα της Ελληνικής μουσικής στις ΗΠΑ ως σύμβουλος της εταιρείας MGM την περίοδο ’65-’71. Υπάρχουν και κάποιες σημειώσεις-liner notes του σε οπισθόφυλλα δίσκων (Ζαμπέτας, Πλέσσας κ.ά.) που εκδόθηκαν στην Αμερική. Εκείνα τα χρόνια αρκετοί Έλληνες, είτε εξ Αμερικής είτε ερχόμενοι για δουλειά, ηχογράφησαν δίσκους εκεί. Επίσης πολλά τραγούδια διασκευάστηκαν σ’ ένα ευρύτερο άνοιγμα μουσικών προς την Ανατολή. Σ’ αυτό, πάνω κάτω το κλίμα βγήκε το 1967 το Greek Cooking από τον κλαρινετίστα Phil Woods. Μία μίξη λαϊκής μουσικής και Jazz με τη συμμετοχή, ανάμεσα σε πολλούς άλλους, του Ιορδάνη Τσομίδη στο μπουζούκι. Στο οπισθόφυλλο, ο σπουδαίος μουσικογράφος, συγγραφέας και ιστορικός Nat Hentoff σημειώνει μεταξύ άλλων: “Όπως ο Ted Alevizos, ένας επιδέξιος ερμηνευτής ελληνικών λαϊκών τραγουδιών, το είχε θέσει: Ταλαιπωρημένοι από τους πολέμους, τη φτώχεια και την καταπίεση, οι Έλληνες διατήρησαν το πνεύμα να εκφράσουν τον εαυτό τους μέσα από το τραγούδι και την ποίηση. Ήταν μια έκφραση ανθρώπων ερωτευμένων με τη ζωή, τη φύση και τον ίδιο τον έρωτα”. Πιθανώς, μιας και ο Hentoff γεννήθηκε και ζούσε τότε στη Βοστόνη (και όπως σημειώνει πήγαινε σε Ελληνικά μαγαζιά), να είχε γνωρίσει τον Alevizos, τα λόγια του οποίου αλίευσε από το οπισθόφυλλο του Songs Of Greece.

Η μοναδική επανέκδοση, αν και όχι επίσημη, προσωπικών δίσκων του Alevizos έγινε το 1972 σε μία τριπλή συλλογή της Everest Records, το Traditional Songs & Dances Of Greece & The Grecian Islands, όπου υπάρχει ολόκληρο το Songs Of Greece. Από κει και πέρα ασχολήθηκε με τη δικηγορία και εργάστηκε σε διάφορα πανεπιστήμια της Βοστόνης. Παράλληλα συνέχισε να τραγουδάει σε χορωδίες, ενώ ηχογράφησε 2 ακόμα δίσκους στις αρχές του 21ου αιώνα. Τα A Greek Byzantine Christmas (2000) και A Greek Byzantine Easter (2002) βγήκαν σε CD από τη Gnision records.

Ψάχνοντας, συνάντησα αρκετούς ακόμα με το επώνυμο Alevizos. Ο πιο γνωστός στην Αμερική, o John Peter Alevizos, από την πόλη που έζησε τα περισσότερα χρόνια της ζωής του ο Ted, τη Βοστόνη, υπήρξε παράγοντας του μπέιζμπολ και για ένα φεγγάρι (’71-’74) αντιπρόεδρος των Red Sox της πόλης. Στο εσωτερικό αντίστοιχα, υπήρξε ο σπουδαίος Μεσσήνιος Τάσσος Αλεβίζος. Κομμουνιστής, ζωγράφος, χαράκτης, δημιουργός μερικών εξαιρετικών εξώφυλλων δίσκων με ξυλογραφία στη δεκαετία του ’70 και πιθανόν συγγενής του Ted. Κατά σύμπτωση φιλοτέχνησε το άλμπουμ Ένας Όμηρος του Θεοδωράκη, όπου υπάρχουν και 2 τραγούδια όπου εμφανίζονται στο soundtrack του Z. Ο Ted Alevizos στα 83 του στις 30/10/2009 εγκατέλειψε τα εγκόσμια, αφήνοντας για παρακαταθήκη 6 δίσκους και τη μεγάλη του αγάπη για την παράδοση και έναν κόσμο που χάνεται σιγά σιγά. Ανήκε σ’ αυτή την κατηγορία των περήφανων και δυναμικών ανθρώπων, για τους οποίους γράφονταν εκείνα τα αθάνατα τραγούδια, εν είδει λαϊκής ποίησης, όπως αυτά που τραγουδούσε κάποτε και ο ίδιος: “Σήμερα με σκοτώσανε, έλα και συ και κλάψε και πάρ’ το αίμα μου και τα μαλλιά σου βάψε”.

*Από τον Σπύρο Καλετσάνο. Ακούτε την εκπομπή Noir κάθε Πέμπτη στις 20:00. Αρχείο εκπομπών στο Mixcloud.