Ξημερώματα 23ης Ιουλίου 1967, το Ντιτρόιτ γίνεται η σκηνή πάνω στην οποία θα λάβει χώρα μια από τις πιο αιματοβαμμένες ταραχές στην ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών. Όταν όλα θα τελειώσουν πέντε μέρες αργότερα,τίποτα δεν θα είναι πια ίδιο στην ζωή της πόλης. Όμως, κάθε κάτοικος από το πόστο του θα παλέψει για να φέρει τα πράγματα σε ρυθμούς κανονικούς. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Ο Uncle Τζέσι ή Τζέσε White γεννήθηκε στο Τέρρυ του Μισισίπι την δεκαετία του 1920. Παιδί οικογένειας αγροτών* εργαζόταν στη βαμβακοφυτεία μαζί με τους γονείς και τα αδέρφια του. Εννιά χρονών ξεκίνησε να παίζει φυσαρμόνικα και μέχρι να γίνει δεκάξι χρονών έβγαζε τόσα χρήματα κάθε βράδυ παίζοντας όσα έβγαζε και στο χωράφι σε μια εβδομάδα. Σε νεαρή ηλικία θα παρακολουθήσει τον Robert Johnson να παίζει στην γενέτειρα τους, το Terry. Ο μύθος λέει ότι η χάρη του έφτασε μέχρι το σπίτι του Muddy Waters στο Chicago οπού συμμετείχε στα θρυλικά τζαμαρίσματα της αυλής (χωροταξικά αλλά και με την έννοια του περίγυρου) του μαζί με τους σύγχρονους του bluesmen όπως οι John Lee Hooker, B. B. King, Son House, Johnny Jones και ο Elmore James.

Την δεκαετία του 40, στα 20 του χρόνια μετακομίζει στο Jackson, πρωτεύουσα και μεγαλύτερη πόλη της πολιτείας του Μισισίπι οπού πιάνει δουλειά σε πριονιστήριο ξυλείας, παράλληλα ανοίγει μια λέσχη για τζόγο (μπαρμπουτιέρα) στην οποία παίζει και φυσαρμόνικα. Φυσαρμόνικα παίζει και σε άλλα τοπικά juke joints, ημιπαράνομα μαγαζιά που εξυπηρετούσαν τις ανάγκες και τα γούστα κυρίως των Αφροαμερικάνων, τζόγο, ποτό, χορό & blues.

sharecroppers-family-mp-20s

Την δεκαετία του 50, μετά τον θάνατο τον γονιών του, παίρνει την οικογένεια του και εγκαθίσταται στο Detroit σε αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής. Ανοίγει μια μάντρα για παλιοσίδερα και άλλα αντικείμενα και βρίσκει την θέση του στα τοπικά clubs, παίζοντας πιάνο, τραγουδώντας συνεχίζοντας και την φυσαρμόνικα που τόσο τον έχει στηρίξει, στηρίζοντας την με την σειρά του και αυτός πάνω σε μια ιδιοκατασκευή από διάφορα εξαρτήματα που είχε μαζέψει στην μάντρα, αφήνοντας έτσι τα χέρια του ελεύθερα.

Το 1967 η πόλη του Detroit ζει τις μεγαλύτερες ταραχές που έλαβαν χώρα στις Ηνωμένες Πολιτείες μέχρι τότε. Στην πυκνοκατοικημένη αμιγώς αφροαμερικανική φτωχογειτονιά Virginia Park ζούσαν περίπου 60.000 άνθρωποι οι οποίοι εδώ και καιρό είχαν αρχίσει να αισθάνονται την αστυνομική δύναμη της περιοχής ως λευκό στρατό κατοχής. Έτσι όταν η αστυνομία κλήθηκε να εκκενώσει το ημιπαράνομο μπαρ Blind Pig** στο οποίο λάμβανε χώρα πάρτι για το καλωσόρισμα δύο αφροαμερικανών άρτι αφιχθέντων από τον πόλεμο του Βιετνάμ τα ξημερώματα τις 23ης Ιουλίου τα πράγματα ξέφυγαν από κάθε έλεγχο και όλοι οι κάτοικοι της περιοχής έμοιαζαν έτοιμοι για αυτό που θα ακολουθούσε.

detroit_race_riot_1967

Η αστυνομία μη μπορώντας να επιβάλει την τάξη ζητά την συνδρομή εθνοφρουράς και στρατού. 8000 στρατιώτες (πολλοί από τους οποίους μόλις έχουν γυρίσει από την εμπόλεμη ζώνη του Βιετνάμ – με το μάτι να “γυαλίζει”) προστίθενται στους περίπου 800 αστυνομικούς και εν τέλει καταφέρνουν να σταματήσουν τις ταραχές, αφού πλέον δεν έχει μείνει τίποτα όρθιο στο κέντρο της συνοικίας.

detroit_race_riot_1967-2

Ο απολογισμός των επεισοδίων που κράτησαν πέντε μερόνυχτα ήταν 43 νεκροί & 1189 τραυματίες. Το τίμημα για την πόλη μεγάλο. Περίπου 1700 καταστήματα λεηλατημένα, 1400 κτήρια καμένα, 5000 άστεγοι και 7000 συλληφθέντες. Στην εμπορική οδό της συνοικίας, την Δωδέκατη, η οποία αποτελούσε και την μουσική καρδιά της πόλης δεν μένει σχεδόν τίποτα όρθιο. Σχεδόν όλα τα κλαμπ της περιοχής κλείνουν. Εκεί έρχεται ο Uncle Jessie White να θεμελιώσει τον μύθο του.

Aerial view of widespread fires started during the riots in Detroit, Michigan, July 1967. (Photo by Hulton Archive/Getty Images)
Aerial view of widespread fires started during the riots in Detroit, Michigan, July 1967. (Photo by Hulton Archive/Getty Images)

Σε μια προσπάθεια να κρατήσουν την μουσική και το πνεύμα των blues ζωντανό, ο Uncle Jessie και η οικογένεια του αποφασίζουν να ανοίξουν το σπίτι τους στην 29η οδό για όποιον ήθελε να τζαμάρει ή απλά να απολαύσει ένα τζαμάρισμα από την αφρόκρεμα των μουσικών της πόλης κάθε σαββατοκύριακο. Για την ακρίβεια το πάρτι ξεκινούσε κάθε Παρασκευή απόγευμα και συνεχιζόταν ασταμάτητα μέχρι την Δευτέρα το πρωί. Ο μόνος λόγος που σταματούσαν να παίζουν ήταν το ότι έπρεπε μουσικοί και θαμώνες να επιστρέψουν στα εργοστάσια για δουλειά, όντας εργαζόμενοι στην περίφημη αυτοκινητοβιομηχανία οι περισσότεροι. Αυτό συνεχίστηκε μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 80 δίνοντας το παράδειγμα για το πως η μουσική και η κουλτούρα μπορούν να αποτελέσουν την μαγιά που θα ζυμώσει μια κοινωνία. Επίσης αξιοσημείωτο το γεγονός ότι τα πάρτι αυτά ήταν ανοιχτά και σε όσους λευκούς τολμούσαν είτε να “αναμετρηθούν” μουσικά με τους αφροαμερικανούς μουσικούς είτε απλά ήθελαν να πάρουν μια ιδέα για τον πόνο και την χαρά των blues από πρώτο χέρι. Ο Johnnie Bassett, οι Butler Twins, ο Johnny “Yard Dog” Jones, ο Eddie “Guitar” Burns, και ο John Lee Hooker ήταν μόνο λίγοι από τους καταξιωμένους μουσικούς που συμμετείχαν στα τζαμαρίσματα όλα αυτά τα χρόνια.

Το 1986 ο Uncle Jessie και η μπάντα του, 29th Street Blues Band, ξεκινούν ένα σερί Σαββατιάτικων εμφανίσεων στο περίφημο Attic Bar στην συνοικία Hamtrack το οποίο κρατάει για μια εικοσαετία. Ενδιάμεσα συμμετέχουν σε όποιο φολκ ή μπλουζ φεστιβάλ έχει την προνοητικότητα να τους καλέσει. Πεθαίνει το 2008. Αξιοπερίεργο αποτελεί το ότι το μόνο δισκογραφικό αποτύπωμα (πλην ελαχίστων συμμετοχών σε τοπικές μπλουζ συλλογές) που αφήνει μετά από 87 χρόνια ζωής ο Uncle Jessie White είναι ένα album στην Blues Factory Records το 1991. Οικογενειακά τα πήγε λίγο καλύτερα αφήνοντας πίσω του εννιά παιδιά, 24 εγγόνια και επτά δισέγγονα.

mi0002932119

Αφορμή για αυτό εδώ το κείμενο (και τη σχετική εκπομπή) στάθηκε η κυκλοφορία του ντοκιμαντέρ “Uncle Jessie White: A Detroit blues legend, 1920-2008“ το οποίο ήταν στα σκαριά επί 22 χρόνια και στο οποίο η μαθήτρια του Uncle Jessie White στο πιάνο Anne Marie Graham-Hudak, μιλάει για την ζωή του ενώ παράλληλα τις αναμνήσεις τους μοιράζονται διάφοροι μουσικοί που ανέβηκαν στην σκηνή μαζί του.

uncle-jessie-white-poster-232x300

*Sharecroppers – αυτοί που αντί μισθώματος καταβάλουν στον ιδιοκτήτη της γης μέρος των καρπών – προϊόντων. Ένα ωραίο κόλπο που σκέφτηκαν οι τσιφλικάδες μετά το τέλος της δουλείας ώστε και γη δική τους να μην έχουν οι πρώην δούλοι και να επωμίζονται μόνοι τους – οι αφροαμερικανοί – όλες τις ζημιές).

**Το οποίο λειτουργούσε στα γραφεία μιας ομάδας υπέρ της στήριξης των πολιτικών δικαιωμάτων).

Από το Γιώργο Φερτάκη, παραγωγό της εκπομπής ‘Το Φράγμα Του Ήχου’ κάθε Παρασκευή στις 18.00