Robert Crumb, ένας από τους πιο γνωστούς κομίστες, ακόμα και σε κόσμο -σαν και μένα- άσχετο με το άθλημα. “Fritz the Cat”, “Zap Comix”, “Mr. Natural”, συνεργασίες με περιοδικά σαν τα “Help!” και “Cavalier”, ενώ άλλα όπως το “Weirdo” τα ίδρυσε ο ίδιος. Επίσης εικονογράφησε το “Introducing Kafka” του David Zane Mairowitz και βιβλία του Charles Bukowski.

Από τη δεκαετία του ’60 -ο Crumb γεννήθηκε το ’43 (30/8 στη Φιλαντέλφια)- ξεκίνησε να ασχολείται με τη ζωγραφική, τα καρτούν και τα κόμικς στο Κλίβελαντ. Εκεί αρχικά δούλεψε για λογαριασμό της American Greetings, ζωγραφίζοντας ευχετήριες κάρτες. Παντρεύτηκε, απέκτησε ένα γιο, αλλά δε νοικοκυρεύτηκε. Στα 23 του δοκίμασε LSD και με την παρέα του, μια μίξη από καρτουνίστες, μποέμ και φρικιά ξεκίνησε να πίνει, να τριπάρει και να ταξιδεύει (με την κυριολεκτική έννοια). Είναι η ψυχεδελική εποχή και η εμπειρία που συνεπαίρνει πολλούς, ανάμεσά τους και τον Crumb, με διαφορετικό τρόπο όμως. Αρχές του ’67 παρέα με δύο φίλους, θα φύγει για το Σαν Φρανσίσκο. Εκεί ο underground τύπος βρίσκεται σε οργασμό, περιοδικά, εφημερίδες, αφίσες, comics. Έτσι θα ξεκινήσει, βουτώντας στην αντικουλτούρα της περιόδου αυτής. Παρόλα αυτά όμως, ο ίδιος δεν υπήρξε ποτέ φαν της ψυχεδελικής μουσικής, από τα εφηβικά του χρόνια έχει μείνει “κολλημένος” σ’ αυτό που ονομάζεται old time music. Blues, Ragtime, Jazz, Folk, Bluegrass, Country, Cajun. Έτσι ξεκινάει η σχέση του με τη μουσική, που θα μας απασχολήσει στο παρόν κείμενο.

Η πρώτη επαφή του με αυτόν τον κόσμο θα γίνει το ’68. Όλοι (πρέπει να) έχουν υπόψιν τους το δεύτερο και σπουδαιότερο LP των Big Brother & the Holding Company με τη Janis Joplin στα φωνητικά. Το “Cheap Thrills” βγήκε στις 12/8/68 από την Columbia και το artwork του εξωφύλλου ήταν μια δημιουργία του Crumb. Ίσως θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς, γιατί το group ήταν -απ’ όλα τα καλιφορνέζικα σχήματα της εποχής- από τα πιο κοντινά στη λαϊκή παράδοση και η Janis ήδη απ’ το ’62 τραγουδούσε παλιά Blues, μ’ εκείνη τη σπαρακτική και βραχνή φωνή της. Ο Crumb, που γνώριζε και είχε ήδη ακούσει τη Joplin, είπε πως του ζητήθηκε από την ίδια, καθώς το εξώφυλλο που πρότεινε η CBS δεν άρεσε στην μπάντα. Έπρεπε όμως να κάνει τη δουλειά σε μία μόνο μέρα και, κυρίως, χωρίς να έχει ακούσει τον δίσκο. Ένα χρόνο αργότερα, στο επόμενο άλμπουμ, πρώτο ουσιαστικά solo LP της Joplin, το “I Got Dem Ol’ Kozmic Blues Again Mama!” (11/11/69-Columbia), συμμετείχε και πάλι ο Robert σχεδιάζοντας τον τίτλο του εξωφύλλου. Οι έτεροι τυμβωρύχοι (ή diggers, για να είμαστε στο κλίμα των 60s) της Bay Area, οι Grateful Dead δηλαδή, τιμήθηκαν από τον Crumb, εν πρώτοις με δύο σκίτσα του (από το “Mr. Natural”) στο εξώφυλλο του Live album (bootleg φυσικά, τι άλλο) “Double Album Musichalle Hamburg, Germany, 29/4/72”, αλλά κυρίως με τη δημιουργία ενός εξαίσιου cover στη συλλογή “The Music Never Stopped (Roots Of The Grateful Dead)” (’95 – Shanachie). Επίσης το τραγούδι τους “Truckin” (από το LP “American Beauty”, Warner 1/11/70), το εμπνεύστηκαν, εν μέρει από το “Keep On Truckin”, ένα μικρό κόμικ που υπάρχει στο πρώτο τεύχος της σειράς “Zap Comix”. Το συγκεκριμένο έχει αναφορές σ’ ένα άλλο τραγούδι, το προπολεμικό blues του Blind Boy Fuller, “Truckin’ My Blues Away”.

Στα 70s τώρα, ο Crumb συνέχισε τη δημιουργία εξωφύλλων, συνεργαζόμενος κυρίως με τις Blue Goose και Yazoo records, νεοϋορκέζικες εταιρείες που επανεξέδιδαν παλιά δισκάκια Blues, Folk, Jazz και Country. Και οι δύο ιδρύθηκαν από τον Nick Perls, έναν μανιώδη συλλέκτη και blues-freak, ο οποίος είχε χιλιάδες 78άρια. Όπως έχει πει ο ίδιος ο Crumb, αντί για χρήματα, πολλές φορές έπαιρνε σε αντάλλαγμα τέτοιους δυσεύρετους δίσκους, σαν αυτούς του Charlie Patton. Παράλληλα ξεκίνησε και ο ίδιος να παίζει κυρίως μπάντζο, με τους Keep-on-Truckin’ Orchestra αρχικά και στη συνέχεια, για μια εξαετία, με τους Cheap Suit Serenaders. Στα τρία LP που ηχογράφησε το γκρουπ, ανάμεσα στους άλλους συμμετείχε, ως βιολοντσελίστας, ο μετέπειτα σκηνοθέτης Terry Zwigoff. Πριν από τις πιο γνωστές του ταινίες, το “Ghost World” (2001) και το “Ο Άη Βασίλης Είναι Λέρα” (2003), εν έτει 1994 ο Zwigoff σκηνοθέτησε το ντοκιμαντέρ “Crumb”, αφιερωμένο στον φίλο του. Μιας και το αναφέραμε, το 1987 βγήκε ένα τηλεοπτικό επεισόδιο της σειράς “Arena”, με τίτλο “The Confessions of Robert Crumb”. Κάποιες σκηνές (γύρω στα 20-25 λεπτά) μπορεί να βρει κανείς και στο youtube.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’70 θα σχετιστεί επίσης και με τη δίκη του περιοδικού “OZ”. Το εναλλακτικό αυτό περιοδικό ξεκίνησε το ’63 στην Αυστραλία και μετακόμισε το ’67 στην Αγγλία. Την ίδια περίοδο με τους “International Times” τα δύο αυτά έντυπα έγιναν σύμβολα της λονδρέζικης -και όχι μόνο- αντικουλτούρας. Ο Crumb συνεργάστηκε με το “OZ” περιστασιακά από το 1968. Τον Μάη του 1970, οι εκδότες του περιοδικού θα βγάλουν το τεύχος 28 με τίτλο “The Schoolkids Issue”. Είκοσι παιδιά ηλικίας 14-18 θα αναλάβουν να μεταφέρουν τη δική τους οπτική σε θέματα όπως η μουσική, το σεξ, τα ναρκωτικά και η κοινωνία. Το επίμαχο σημείο, εκτός του γενικού θέματος, ήταν ένα σκίτσο με τον Rupert, αρκούδο-σήμα κατατεθέν της εφημερίδας “Daily Express”, εφοδιασμένο μ’ ένα πέος, κολάζ από δουλειά του Crumb. Φυσικά, μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας θα σοκαριστεί, οπότε τα πράγματα θα πάρουν τον δρόμο της δικαιοσύνης. Η δίκη του περιοδικού και των εκδοτών του θα ξεκινήσει το 1971, ενώ το περιοδικό θα μείνει για λίγο κλειστό, μετά από έφοδο των μπάτσων στα γραφεία του. Οι τρεις εκδότες καταδικάστηκαν σε 12-15 μήνες φυλακή. Οι αντιδράσεις ήταν πολλές από φρικιά-ροκάδες και διάφορους ανθρώπους της μουσικής και των τεχνών. Μάλιστα, ο John Lennon και η Yoko Ono θα γράψουν δύο τραγούδια που θα ηχογραφήσουν ως “Elastic Oz Band” την 1η Ιούλη του ’71. Τα “God Save Us/Do The Oz” θα εκδοθούν σε single από την Apple στις 16 Ιούλη με τη συμμετοχή του Bill Elliott (όχι του χορευτή!), αργότερα μέλους των Splinter. Στο εξώφυλλο, μάλιστα, ο ίδιος ο Elliott φοράει πορτοκαλί μπλουζάκι με σκίτσο του R. Crumb.

Τη δεκαετία του ’80 και αφού έχει παντρευτεί για δεύτερη φορά, με την Aline Goldsmith-Kominsky, επίσης κομίστρια, θα αφήσει τις ΗΠΑ για τη γη της επαγγελίας αρκετών Αμερικάνων καλλιτεχνών, τη Γαλλία. Είναι γεγονός πως εκεί βρήκαν καταφύγιο μουσικοί της jazz κυρίως και αργότερα bluesmen, rocker και διάφοροι άλλοι. Ο Crumb εγκαταστάθηκε με τη γυναίκα του και την κόρη του σ’ ένα χωριό στη Νότια Γαλλία, δημιουργώντας μάλιστα το μουσικό σχήμα των Les Primitifs du Futur. Μαζί τους ασχολήθηκε με την αντίστοιχη Γαλλική -old time- μουσική (musette) των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα.

Εκτός από μπάντζο, ο Crumb έπαιξε μαντολίνο, γιουκαλίλι και κιθάρα. Τα τελευταία 20 χρόνια επέστρεψε πιο δυναμικά στη δισκογραφία, συμμετέχοντας πέραν των Primitifs, σε δίσκους νοσταλγών της old time music, όπως οι McCamy’s Melody Sheiks, οι Eden & John’s East River String Band και ο Jerry Zolten. Το 2005 βγήκε και η συλλογή “R. Crumb’s Music Sampler”, που συγκεντρώνει ένα μεγάλο κομμάτι των ηχογραφήσεών του. Πέραν αυτών και αρκετών ακόμα εξωφύλλων (συνεργαζόμενος κυρίως με την εταιρεία Paris Jazz Corner Productions) θα δημιουργήσει μια πανέμορφη σειρά για λογαριασμό της Yazoo records (με την οποία συνεργάζεται ήδη από τα 70s ως σήμερα) ονόματι “R. Crumb’s Heroes Of Blues, Jazz & Country”. Φιλοτέχνησε το εξώφυλλο της ομώνυμης συλλογής του 2006 και παράλληλα δημιούργησε μια σειρά από κάρτες. Μια δουλειά για νοσταλγούς και όχι μόνο της μουσικής. Λίγο αργότερα εκδόθηκε και σε βιβλίο. Τα τελευταία χρόνια επίσης βγήκαν αρκετές δουλειές του σε βιβλία, όπως το “Book Of Genesis” και κυρίως το “The Complete Record Cover Collection”, που περιέχει τα artwork που δημιούργησε.

Αναφορές στη μουσική υπάρχουν σε αρκετές δουλειές του. Η σειρά καρτών “Early Hot Jazz Greats” και το κόμικ “Jelly Roll Morton’s Voodoo Curse” είναι μερικές από αυτές. Επίσης υπάρχουν κάποιες συλλογές, στις οποίες πέραν του artwork, ο Crumb γίνεται και compiler, μιας και διαθέτει μια αρκετά μεγάλη συλλογή δίσκων 78 στροφών. Όπως έχει πει ο ίδιος, στα εφηβικά του χρόνια μετακόμισε οικογενειακώς στο Μίλφορντ στην πολιτεία του Ντέλαγουερ, ανατολικά. Εκεί η πόλη θύμιζε μέρος που είχε ξεχαστεί από τον χρόνο, όλα ήταν παλιά, σαν να είχαν μείνει στη δεκαετία του ’20. Τότε ήταν που ανακάλυψε τα 78άρια σ’ ένα δισκοπωλείο της πόλης και αγόρασε το πρώτο του, το “Down in the Cemetery” του blues κιθαρίστα απ’ την Ατλάντα Billy Bird. Πολλές φορές έχω συναντήσει σε συνεντεύξεις λευκών φαν της old music και συλλεκτών (John Fahey, Samuel Charters κλπ) τη συνήθεια να πηγαίνουν στην άλλη πλευρά της πόλης -ειδικά στα χρόνια της δεκαετίας του ’50- αγοράζοντας παλιούς δίσκους από Αφροαμερικανούς. Κάτι τέτοιο έκανε και ο Crumb εκείνα τα χρόνια στο Μίλφορντ και αργότερα στο Ντόβερ δημιουργώντας μια μεγάλη συλλογή δίσκων. Μια τέτοια αληθινή ιστορία, πραγματεύεται και το μικρό του κόμικ “Hunting for old records (a true story)”, που μπήκε σε δύο τεύχη του περιοδικού “Oxford American”. Μάλιστα, ο Crumb εμφανίζεται και στο βιβλίο “Vinyl Junkies: Adventures in Record Collecting” μαζί με άλλους μανιακούς βινυλιάδες. Μια πολύ πετυχημένη καρικατούρα αυτών των γραφικών τύπων-συλλεκτών, είναι ο Steve Buscemi στο “Ghost World”. Σε ένα τέτοιο δωμάτιο-καταφύγιο, αντίστοιχο της ταινίας του Zwigoff ζουν και τα –περίπου 6.500- δισκάκια του Crumb, απ’ όπου επιλέγει τραγούδια για τις παρακάτω συλλογές: “I Own ‘Em. Great Records From R. Crumb’s Fabulous Collection” (’94- Oog & Blik), “That’s What I Call Sweet Music” (’99 – EMI), “Hot Women: Women Singers From The Torrid Regions Of The World” (’03 – Kein & Aber) και”R. Crumb’s Heroes Of Blues, Jazz & Country” (’06-Yazoo). Σήμερα στα 72 του συνεχίζει να ζει και να εργάζεται στη Γαλλία.

Το 2002 έκανε μια σειρά τεσσάρων ραδιοφωνικών εκπομπών με τον τίτλο Sweet Shellac (shellac είναι το υλικό από το οποίο φτιάχνονταν οι δίσκοι 78” και αντικαταστάθηκε αργότερα από το βινύλιο). Στο BBC 3, ως φιλοξενούμενος της εκπομπής Jazz File, παρουσιάζει την αγαπημένη του προπολεμική αμερικανική, αλλά και ευρωπαϊκή jazz. Σε αρκετές ακόμα εκπομπές του γαλλικού και αμερικανικού ραδιοφώνου εμφανίζεται ως guest.

Ψάχνοντας στο δίκτυο, ανακάλυψα την επαφή του και με την ελληνική μουσική. Το αμερικανικό Label, Angry Mom, έφτιαξε δύο συλλογές : “Five Days Married & Other Laments: Song And Dance From Northern Greece, 1928-1958” (2013) και το “A Lament For Epirus 1926-1928” (2014). Η πρώτη είναι μια συλλογή ηπειρώτικων κυρίως κομματιών, διαφόρων μουσικών, όπως οι Χαλκιάδες και ο Κίτσος Χαρισιάδης. Η δεύτερη αφορά τον επίσης Ηπειρώτη-βιολιστή Αλέξη Ζουμπά και ηχογραφήσεις του στη Νέα Υόρκη. Το artwork και των δύο κυκλοφοριών (βγήκαν και σε LP και σε CD) είναι του Crumb. Η Angry Mom, δημιούργησε μια μικρή σειρά (archives), στην οποία πέραν των δύο αυτών δίσκων, ανθολογεί ακόμα cajun, μουσικές από τα Καρπάθια (polka, klezmer), καθώς και τους Harisis Group, ένα ακόμα ελληνικό τρίο (κλαρίνο-βιολί-λαούτο) σ’ ένα EP με ηχογραφήσεις του ’33.

Ο Crumb σε μια συνέντευξή του στο blues.gr αναφέρεται στην αγάπη του για την παλιά, προπολεμική, ελληνική μουσική. Εκεί αναφέρεται και στη μουσική γενικότερα: “Μου αρέσουν πολλά είδη παλιάς μουσικής. Η γυναίκα μου λέει πως αυτό που μπορείς να μάθεις από την old-time music είναι πως η φτώχεια και η δυστυχία γεννάει σπουδαία τέχνη. Εγώ λέω πως πέρα από την απλή απόλαυση, εκείνη η μουσική ήταν επίσης αυθεντική. Η αυθεντικότητα είναι κάτι που η μουσική βιομηχανία στερεί από τους καλλιτέχνες. Ίσως σήμερα, που δεν πουλιούνται πια δίσκοι, οι μουσικοί να είναι ικανοποιημένοι παίζοντας για λίγους και δημιουργώντας με βάση την αγάπη τους για τη μουσική και όχι για να γίνουν σταρ”.

Εδώ μερικές ιστοσελίδες για περαιτέρω βουτιές στον κόσμο του R. Crumb:

The Official Crumb Site
The Crumb Museum
Συνέντευξη του R. Crumb στον Μιχάλη Λημνιό (2015)
Heroes of the Blues by R. Crumb
Οι τέσσερις εκπομπές του Crumb στο BBC 3 δημοσιευμένες εδώ
The Odyssey of R. Crumb
Τέλος, μια εξαντλητική συνομιλία περί δίσκων και συλλεκτών, μιλάμε για το απόλυτο κάψιμο!

*Από τον Σπύρο Καλετσάνο. Ακούτε την εκπομπή Noir κάθε Πέμπτη στις 22:30. Αρχείο εκπομπών στο Mixcloud.