Η ιστορία της Lhasa de Sela –περισσότερο γνωστή ως Lhasa (προφέρεται «Λάσα»)– ξεκινά στο Big Indian, ένα μικροσκοπικό χωριό που βρίσκεται στα βουνά Κάτσκιλ (Νέα Υόρκη, ΗΠΑ), αν και δεν έμεινε εκεί για πολύ. Οι ιδεαλιστές και αντισυμβατικοί γονείς της απέρριψαν τη ρουτίνα και τη σταθερότητα προτιμώντας να ακολουθήσουν τη ζωή, όπου κι αν θα τους οδηγούσε αυτή.

Για εφτά χρόνια η οικογένεια διασχίζει τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Μεξικό με ένα «πειραγμένο» σχολικό λεωφορείο, το πρώτο κεφάλαιο μιας μακράς εμπειρίας ταξιδιών στη ζωή της. Ο πατέρας της ήταν συγγραφέας και δάσκαλος αλλά παράλληλα δούλευε και στις οικοδομές ή μάζευε φρούτα, όταν χρειαζόταν. Η μητέρα της ήταν φωτογράφος. Τα ταξίδια αυτά με τους γονείς και τις τρεις αδερφές της, η επαφή της από μικρή με βιβλία, παραμύθια, ραδιοφωνικές μεταδόσεις και τα κινούμενα τοπία, όλα μαζί και το καθένα ξεχωριστά έδωσαν μορφή και σχήματα στη φαντασία της. Ήδη από τότε είχε συνείδηση του πόσο τυχερή ήταν να βιώσει με αυτόν τον τρόπο την παιδική της ηλικία, ακόμη και αν αυτή η ελευθερία εμπεριείχε σε μεγάλο βαθμό την αβεβαιότητα. Οι μελωδίες που ηχούσαν στα αφτιά της εκείνα τα χρόνια ήταν κλασικά αμερικάνικα και μεξικάνικα κομμάτια, τα αγαπημένα του πατέρα της, αλλά και λάτιν, αραβική, ανατολικο-ευρωπαϊκή και ασιατική μουσική, που άκουγε συνήθως η μητέρα της.

Ξεκίνησε να τραγουδάει μπαλάντες της Billie Holliday και μεξικάνικες μελωδίες a cappella σε ένα ελληνικό καφέ, το Cafe Fanari, στο Σαν Φρανσίσκο όταν ήταν δεκατριών ετών. Εκεί πρωτοανακάλυψε τη δύναμη της φωνής της, το χάρισμα να εκφράζει σκέψεις και συναισθήματα που και η ίδια μόλις άρχιζε να βιώνει.

Έξι χρόνια αργότερα, ο δρόμος την οδήγησε στο βορρά, στο Μόντρεαλ. Εκεί η Lhasa γνώρισε τον κιθαρίστα και παραγωγό Yves Desrosiers. Πέντε χρόνια περίπου έπαιζαν μαζί σε μικρά μπαρ της πόλης. Πρόκειται για μια συνεργασία που οδήγησε στη δημιουργία ενός πρωταρχικού υλικού, το οποίο στη συνέχεια αποκρυσταλλώθηκε στη μορφή που παρουσιάζει ο πρώτος της δίσκος, La Llorona, κεντρικό πρόσωπο του οποίου είναι η «γυναίκα που θρηνεί», μια ύπαρξη από τη μυθολογία των Ατζέκων που μάγευε τους άντρες με τις σπαρακτικές μελωδίες της.

Ο δίσκος θεματικά είναι εμπνευσμένος από τον μεξικάνικο λαϊκό μύθο. Ο μύθος υπάρχει σε πολλές παραλλαγές, μία από τις πιο γνωστές είναι η εξής: Μία γυναίκα αντιμετωπίζοντας ανυπέρβλητες δυσκολίες στην προσπάθεια να μεγαλώσει τα παιδιά της, τα πνίγει στο ποτάμι και, όταν καταλαβαίνει τι έχει κάνει, αυτοκτονεί. Μετά το θάνατό της επιστρέφει στοιχειώνοντας την περιοχή και κλαίγοντας για τον άδικο χαμό των παιδιών της, εξ ου και ο χαρακτηρισμός «llorona». Η μουσική του δίσκου αποτελεί ένα αρμονικό μείγμα πολλών μουσικών παραδόσεων (μεξικάνικη, τσιγγάνικη κ.ά.), εμπνευσμένων αυτοσχεδιασμών και ευφάνταστων ενορχηστρώσεων. Κυκλοφόρησε από την Audiogram τον Φεβρουάριο του 1997 και αμέσως αναγνωρίστηκε η μοναδικότητά του.

Ο δίσκος έγινε μεγάλη επιτυχία πρώτα στον Καναδά, αλλά και στις ΗΠΑ στη συνέχεια, με αποτέλεσμα να της απονεμηθούν τα βραβεία Felix Award for “Artiste quebecois-musique du monde” το 1997 και Juno Award for Best Global Artist το 1998, ενώ επίσης η απήχησή της εξαπλώθηκε και στην Ευρώπη, ιδίως στη Γαλλία. Η Lhasa με την μπάντα της περιόδευε ακούραστα για χρόνια τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Αμερική και η απαίτηση του κόσμου για ζωντανές εμφανίσεις αυξανόταν ολοένα και περισσότερο.

Παραμονές του 21ου αιώνα, η Lhasa αποφασίζει να διακόψει για λίγο τις περιοδείες της και να σκεφτεί ποιο θα μπορούσε να είναι το επόμενο βήμα της. Επιθυμώντας να αποστασιοποιηθεί για λίγο από το τραγούδι, μετακομίζει στη Γαλλία για να ενώσει τις δυνάμεις της με τις τρεις αδερφές της σε ακροβατικά νούμερα στο τσίρκο. Αντάμωσαν στη Bourgogne και έφτιαξαν μαζί μία παράσταση που την παρουσίασαν το καλοκαίρι του 1999. Η αντίθεση ανάμεσα στη ζωή ενός περιοδεύοντα μουσικού, που δεν προλαβαίνει να συνδεθεί με τα μέρη και τα πρόσωπα που συναντά στη διαδρομή, και στη ζωή του τσίρκου όπου έχει την ευκαιρία να ταξιδέψει αλλά με τη συντροφιά αγαπημένων προσώπων, της δίνει την ευκαιρία να εμπλουτίσει εκ νέου τον εσωτερικό της κόσμο. Με τη λήξη της περιοδείας του τσίρκου, ένα νέο κεφάλαιο αρχίζει για τη ζωή της: η Μασσαλία, η αρχαία πόλη με το λιμάνι, όπου έγραψε περίπου τα μισά τραγούδια του επόμενου δίσκου της.

To 2002, πίσω στο Μόντρεαλ —όπου είχε ξεκινήσει το προσωπικό μουσικό της ταξίδι— ξαναβρίσκει τον François Lalonde (ντραμς, κρουστά και ηχοληψία στον πρώτο δίσκο) και τον Jean Massicotte (πιανίστα, που επίσης είχε συμβάλλει στη μίξη ήχου του πρώτου δίσκου). Μαζί, λοιπόν, ετοίμασαν τον ήδη πολυαναμενόμενο δεύτερο δίσκο της, The Living Road, που κυκλοφόρησε και πάλι από την Audiogram τον Οκτώβριο του 2003. Το 2005 της απονέμεται το βραβείο BBC World Music Award for Best Artist of the Americas.

Από τη La Llorona, όπου κεντρικός άξονας ήταν η ιστορία της μυθικής σειρήνας, ταξιδεύουμε στο The Living Road, με επίκεντρο τη μεταφορά και την παρουσίαση της ζωής ως δρόμου. Με νέα κομμάτια —γραμμένα και τραγουδισμένα σε ισπανικά, αγγλικά και γαλλικά— ο δίσκος γεφυρώνει τις φυσικές αποστάσεις και συνδέει τις μουσικές παραδόσεις παρόντος και παρελθόντος. Τόσο η φωνή όσο και οι στίχοι της Lhasa ελεύθερα διασχίζουν νοητά και φυσικά όρια. Οι άχρονες μελωδίες και οι πλούσιοι ρυθμοί επιβεβαιώνουν σε κάθε ένα από τα τραγούδια του δίσκου την πεποίθηση της Lhasa πως η ζωή είναι ένας ζωντανός δρόμος, πως τίποτα δεν επαναλαμβάνεται και τίποτα δεν είναι κοινότοπο.

«That’s what inspires each of the songs on the album», λέει η Lhasa. «The mysterious force that doesn’t let us box ourselves in, that compels us to keep changing. The road is alive, we can’t freeze or stop it. And we know we can’t».

Έξι χρόνια μετά την κυκλοφορία του The Living Road, επιστρέφει με έναν δίσκο που φέρει μόνο το όνομά της, Lhasa. Μία δουλειά γραμμένη και ενορχηστρωμένη σχεδόν εξ ολοκλήρου από την ίδια, που δείχνει πόσο έχει ωριμάσει τόσο ως ερμηνεύτρια όσο και ως τραγουδοποιός. Οι στίχοι είναι όλοι στα αγγλικά και η ενορχήστρωση —αν και λιτή— δεν παύει να αναδύει κάτι το ασυνήθιστο. Με ιδιαίτερη άνεση οι μελωδίες, που πηγάζουν από country, gospel, blues και folk, δημιουργούν το δικό τους ξεχωριστό και πρωτότυπο ηχητικό τοπίο. Μακριά από την ένταση και τη μανία της σύγχρονης μουσικής βιομηχανίας, η Lhasa αθόρυβα έχει εξελιχθεί σε μία από τις πλέον συναρπαστικές τραγουδοποιούς της γενιάς της.

Τη νύχτα της 1ης Ιανουαρίου 2010 η Lhasa μάς άφησε μετά από πολύμηνη μάχη με τον καρκίνο του μαστού που αντιμετώπισε με θάρρος και αποφασιστικότητα. Στο Μόντρεαλ χιόνιζε ασταμάτητα για περισσότερες από 40 ώρες μετά την αναχώρησή της.

 

 

# 1
Πέταξε ελαφρά κοιτάζοντας τον κόλπο, χαμογέλασε στα ατρόμητα θαλασσινά πουλιά και τελικά προσγειώθηκε στη σκηνή. Η Lhasa de Sela έφτασε πετώντας γιατί είναι ένας άγγελος και οι άγγελοι το συνηθίζουν αυτό. Άφησε τα φτερά της στο καμαρίνι και —βγαίνοντας στο σανίδι— μας χάρισε τα 100 πιο έντονα, όμορφα και συγκλονιστικά λεπτά που έχουν βιώσει ποτέ οι αισθήσεις μας.

Είναι κάτι το υπερφυσικό, αυτό που μεταδίδουν τα τραγούδια και οι μαγνητικές ερμηνείες της. Μια ένταση που προκαλεί δέος. Δεν είναι ακριβώς λύπη —αν και ως πρώτη εντύπωση μοιάζει αρκετά— αλλά κάτι πολύ πιο δύσκολο να εξηγηθεί. Μια αίσθηση μεθυστική, μια ευαισθησία πανταχού παρούσα, μια ασυνήθιστη καθαρότητα, κάτι γλυκό μα συνάμα ανησυχητικό, τρυφερό, ποιητικό και σπαρακτικό. Μια μόνιμη ανατριχίλα στο δέρμα, τα μάτια σταθερά βουρκωμένα, και, σε αντάλλαγμα, ένα άσβεστο χαμόγελο στην ψυχή.

Ο ήχος είναι εξίσου παραπλανητικός. Τραγούδια που παραπέμπουν σε ανοιχτούς ορίζοντες αλλά με τη νυχτερινή αίσθηση του μοναχικού διαβάτη. Ίσως εκείνη την αίσθηση που έχουμε όταν ψάχνουμε μέσα μας. Το ομολογώ ότι μια-δυο φορές ένιωσα την ανάγκη να φύγω. Ήταν τέτοια η πλημμύρα των συναισθημάτων μέσα μου που χρειαζόμουν μια μικρή παύση, αλλιώς ο κόμπος στο λαιμό θα μ’ έπνιγε. Την επόμενη φορά που κάποιος θα φέρει έναν άγγελο, ας ειδοποιήσει προηγουμένως, γιατί δεν είμαστε προετοιμασμένοι στην καθημερινότητά μας να υποδεχόμαστε τέτοιας έντασης ομορφιά.

 

#2
Θα σας πω μια ιστορία που μου είπε ο πατέρας μου. Ο πατέρας μου είναι εξαιρετικός παραμυθάς και δε λέει μόνο ιστορίες που έχετε ήδη ακούσει. Φτιάχνει ιστορίες για πράγματα που ο ίδιος σκέφτεται για πάρα πολλά χρόνια. Αυτό λοιπόν που μου είπε είναι το εξής… Όταν γίνεται η σύλληψή μας, εμφανιζόμαστε μέσα στη μήτρα της μητέρας μας. Μοιάζουμε με ένα μικρό, απειροελάχιστο φως που απλώς εμφανίζεται μες στη μέση αυτού του σκοτεινού χώρου, που τον νιώθουμε σαν μια ατέλειωτη νύχτα. Υπάρχει μόνο ησυχία και σκοτάδι, ο χρόνος δεν υφίσταται εκεί. Νιώθουμε σαν να βρισκόμαστε εκεί χίλια χρόνια.

Σιγά-σιγά όμως μεγαλώνουμε. Και καθώς μεγαλώνουμε, αρχίζουμε σταδιακά να αποκτούμε αισθήσεις. Μπορούμε, ας πούμε, να αγγίζουμε τους τοίχους αυτού του μέρους στο οποίο βρεθήκαμε. Αρχίζουμε να ακούμε ήχους και να νιώθουμε τραντάγματα και δονήσεις που έρχονται από έξω και από το σώμα της μητέρας μας που κινείται, περπατάει, τρέχει και μιλάει. Μπορούμε σιγά-σιγά να ακούμε τη φωνή της. Και συνεχίζουμε να μεγαλώνουμε, μεγαλώνουμε ολοένα…

Τελικά, αυτός ο χώρος μέσα στον οποίο βρισκόμαστε, και που στην αρχή φαινόταν απέραντος, γίνεται όλο και πιο άβολος. Και σύντομα πρέπει να γεννηθούμε.

Ο πατέρας μου λέει ότι η στιγμή της γέννησής μας… Λέει πως θυμάται τη στιγμή που γεννήθηκε κι εγώ τον πιστεύω! Λέει λοιπόν ότι η στιγμή της γέννησής μας είναι τόσο βίαιη και χαοτική, που όλοι μας εκείνη τη στιγμή σκεφτόμαστε «Πεθαίνω! Αυτό είναι το τέλος της ζωής μου!». Και μετά —ω, τι έκπληξη!— μετά βγαίνουμε έξω και είναι μόνο η αρχή.

Και στην αρχή είμαστε πολύ μικροί κι ο κόσμος φαίνεται απέραντος. Σιγά-σιγά μαθαίνουμε πώς να χρησιμοποιούμε τις αισθήσεις μας. Πώς ν’ αγγίζουμε όσα μας περιβάλλουν, αλλά και τους τοίχους του νέου μας σπιτιού. Πώς να χρησιμοποιούμε τα μάτια και τα αφτιά μας, τη γεύση και την αφή μας.

Αργότερα, καμιά φορά, ανάμεικτα με όλα τα συναισθήματα, τις εντυπώσεις και τους ήχους αυτής της ζωής, καμιά φορά, ακούμε ήχους και νιώθουμε τραντάγματα που έρχονται από κάπου έξω από αυτή τη ζωή. Και αυτό το άλλο «έξω» βρίσκεται μόλις από την άλλη πλευρά αυτού του πολύ λεπτού τοίχου, που είναι σχεδόν διάφανος και οι ήχοι μπορούν να τον διαπεράσουν. Ξέρω ότι στη διάρκεια της ζωής μας ακούμε πράγματα χωρίς να τα γνωρίζουμε, σχεδόν σαν ανάμνηση, μια υπενθύμιση για κάτι.

Και μετά, τελικά, αυτό το σώμα νιώθει ξανά πολύ άβολα. Και πρέπει να πεθάνουμε. Και τότε σκεφτόμαστε πάλι «Αυτό είναι! Αυτό είναι το τέλος. Το τέλος μου!». Αλλά ο πατέρας μου λέει πως είναι μόνο η στιγμή που περνάμε μέσα από τον πολύ λεπτό, διάφανο τοίχο. Κάτι που έχουμε ξανακάνει. Και πάμε να ζήσουμε κάτι άλλο.

Λέει ακόμα ότι με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο, όταν είμαστε στην κοιλιά της μητέρας μας, αναπτύσσουμε όργανα και κάθε είδους απίστευτους και θαυμαστούς μηχανισμούς, που δεν μπορούμε καθόλου να χρησιμοποιήσουμε στο χώρο όπου βρισκόμαστε εκείνο τον καιρό —μας είναι εντελώς άχρηστα, είναι γι’ αργότερα… Ο πατέρας μου, λοιπόν, λέει ότι με τον ίδιο τρόπο, στη διάρκεια αυτής της ζωής, αναπτύσσουμε επίσης όργανα που δεν μπορούμε να τα χρησιμοποιήσουμε ή τα χρησιμοποιούμε πολύ λίγο. Μας κάνουν να νιώθουμε αδέξιοι. Δεν ξέρουμε τι να κάνουμε με αυτά. Αλλά είναι, είναι για αργότερα…

*Από την Ελένη Τσαγκαλίδου, παραγωγό της εκπομπής Latcho Drom, κάθε Σάββατο στις 14:00