Η πρώτη μου επαφή με τον συγγραφέα Jonathan Coe (Τζόναθαν Κόου) έγινε ακριβώς πριν από 16 χρόνια. Ήταν τέλη της χρονιάς του 2001, όταν στις τελευταίες σελίδες του περιοδικού ΠΟΠ+ΡΟΚ, στη στήλη Print Out παρουσιάζονταν 2 βιβλία του. Το πρώτο, το Τι Ωραίο Πλιάτσικο! ήταν και είναι ένα αριστουργηματικό μπάσιμο στα Βρετανικά 80s, με ένα και μόνο μειονέκτημα (απ’ όσο θυμάμαι δηλαδή, μιας και πάνε 15 χρόνια από τότε), η έλλειψη αναφορών στη μουσική. Αντίθετα το Η Λέσχη των Τιποτένιων, μπορεί να ήταν -κατ’ εμέ- λίγο κατώτερο, αλλά από μουσική ξεχείλιζε. Ήταν ακριβώς ότι έψαχνα τότε, ίσως γι’ αυτό και να το διάβασα 3 φορές, παρά τις 520 σελίδες του. Ιστορία, πολιτική, εφηβεία και μουσική συν το εξώφυλλό του. Ο Bo Diddley τραγουδούσε κάποτε τη λαϊκή ρήση You Can’t judge a book by the cover και είχε δίκιο, αλλά καμιά φορά ένα εξώφυλλο μας δείχνει τον δρόμο. Από περιέργεια λοιπόν έκατσα και τσέκαρα τις εκδόσεις του βιβλίου και καμία δεν είχε το εξώφυλλο των εκδόσεων Πόλις, όπου ένας πιτσιρικάς κρατάει στα χέρια του ένα fanzine. Αυτή ήταν και η πρώτη φορά που είδα τη φάτσα αυτού του τύπου, χωρίς φυσικά να το ξέρω και χωρίς να δώσω τη δέουσα σημασία στις σημειώσεις στις πρώτες σελίδες του βιβλίου. Τότε είχα επικεντρωθεί στο ομώνυμο album των Hatfield & The North, που βάφτισε το βιβλίο, The Rotter’s Club, ως φαν του ήχου του Canterbury.

Το τραγούδι The First Time Ever I Saw Your Face γράφτηκε και πρωτοηχογραφήθηκε από τον Ewan MacColl, πολύ πριν η Roberta Flack το κάνει hit. Με σχεδόν τον ίδιο τίτλο (name αντί face) στο περιοδικό Zoo και αργότερα στο αδερφάκι του Π+Ρ, υπήρχε μία στήλη που παρουσίαζε το πρώτο βήμα, μετ’έπειτα γνωστών καλλιτεχνών. Εκεί πρωτοδιάβασα για τα πρώτα χρόνια του Punk και πως ο νεαρός του εξωφύλλου συνδέθηκε μαζί του. Ήταν 1976/77 όταν έγινε γνωστός κάνοντας … μπάχαλα σε live (Clash, Jam), πιωμένος (εξώφυλλο στο Sounds ως … Images of the New Wave) ή νηφάλιος (κρατώντας το μοναδικό τεύχος του fanzine Bondage, που εξέδωσε ο ίδιος). Τότε άκουγε στο όνομα Shane OHooligan, εντός και εκτός του Roxy και των κατειλημμένων σπιτιών που διέμενε. Ακολούθησαν οι Nipple Erectors ή Nips, οι Millwall Chainsaws, ώσπου μια ανοιξιάτικη νύχτα του ’81, οι προαναφερθέντες, ως New Republicans πια, άφησαν άναυδους μερικές δεκάδες νεορομαντικών και πάνκηδων, πετώντας τους στα μούτρα μια ντουζίνα Ιρλανδικά επαναστατικά τραγούδια παιγμένα γρήγορα, με ρυθμό και ένταση. Τελικά αντί για ένα οργιώδες pogo στην πίστα, πήραν απλά αυτό που περίμεναν, μπουκάλια και ποτήρια μπύρας στο κεφάλι, από τους νεολαίους, που δεν είχαν καταλάβει τι τους βρήκε.

Σιγά σιγά όμως, μπολιάζοντας την παράδοση με το New Wave, την πολιτική με τα ξίδια και το ατέλειωτο fun, βουτώντας στην Ιρλανδική-Κέλτικη κουλτούρα και ιστορία και φέροντες έναν τόσο διεισδυτικό και λαϊκό στίχο, έκαναν αυτούς που έφτυναν, να … τους φιλήσουν τον κώλο. Και αυτό δεν είναι σχήμα λόγου, αλλά η πραγματικότητα, μιας και η συνέχεια και η οριστική αλλαγή πορείας, έγινε κάτω από το όνομα Pogue Mahone, που στην Γαελική γλώσσα σημαίνει αυτό ακριβώς! Στις 4 Οκτώβρη του ’82 στο Pindar of Wakefield στην Kings Cross, αποκαλύφθηκε για πρώτη φορά επίσημα η νέα μπάντα, με τον τρελιάρη νεαρό –του εξωφύλλου- να είναι ακόμα νέος, τρελός και αιωνίως μεθυσμένος. 2 χρόνια αργότερα εμφανίστηκαν σε δίσκο, οι σκοτεινοί Λονδρέζικοι δρόμοι με τη μπάντα που έπαιζε τη Waltzing Matilda(6/84) και όλα πήραν το δρόμο τους. Folk/Celtic Punk, The Men They Couldnt Hang, Chumbawamba, Roaring Jack, Boothill Foot Tappers, Levellers και τόσα ακόμα. 35 χρόνια μετά την πρώτη τους εμφάνιση, οι Pogue Mahone που εν τω μεταξύ έγιναν σκέτοι Pogues, δεν υπάρχουν πια και ο εν λόγω νέος γέρασε. Ακούει όμως ακόμα στο όνομα Shane MacGowan, μόλις έκλεισε τα 60 και εις τους αιώνες των αιώνων θα μνημονεύεται ως ένας τύπος που ήξερε (πως) να λέει ιστορίες (σύμφωνα με τον Tom Waits) και ως ένας γνήσιος rock nroll paddy.

     Σπύρος Καλετσάνος, Εκπομπή Noir