«Έρχομαι από μακριά θα μπω και μετά θα κάτσω

Έρχομαι να βρω ότι πρέπει για να ξαναφύγω»

(Μπρωκιέ)

Μασσαλία μακρινή κόρη, η παλαιότερη Γαλλική πόλη από τα χρόνια που δεν υπήρχαν σύνορα. Οι μετακινήσεις ελεύθερες, εξού και οι Φωκαείς από την Ιωνία της Μακράς Ασίας εγκαταστάθηκαν στον κόλπο του λέοντα, φέροντες αρώματα ανατολής στους ντόπιους Γαλάτες και Λιγούριους. Η θέση της πόλης πάνω στα θάλασσα με την Ιταλία ανατολικά, την Ισπανία δυτικά και η Αλγερία νότια, έφερε μύριους πολιτισμούς και κουλτούρες. Αυτή είναι και η παρακαταθήκη της, το κύριο συστατικό της, η ιστορία της, το παρόν και το μέλλον της. Ο σημαντικότερος εκπρόσωπος της στα τέλη του 20ου αιώνα συνήθιζε να αυτοπαρουσιάζεται έτσι: «Είμαι μισός Ιταλός, μισός Ισπανός με μια ιδέα αραβικού αίματος, ένας γνήσιος Μασσαλιώτης». Και μπορεί στα 90s την πόλη να εκπροσωπούσαν επάξια παγκοσμίως, τα τέκνα της Cantona και Zidane, αλλά αυτός που πραγματικά ”διαφήμιζε” τη Μασσαλία , ήταν ο Jean Claude Izzo. Πέραν από γέννημα θρέμμα υπήρξε στα 54 χρόνια που έζησε, κάτοικος της, εραστής και παντοτινά ερωτευμένος μαζί της και μυημένος στα μυστικά και τις αλήθειες της φωτεινής πόλης, όπως είναι και η μετάφραση του ονόματος της.

Ανακεφαλαιώνοντας τι γνωρίζει κάποιος που δε την έχει επισκεφτεί και ούτε έχει ασχοληθεί διεξοδικά μαζί της, στο μυαλό μου έρχεται η Μαρσέιγ επίσης μεσουρανούσα στα 90s και λίγο νωρίτερα και το εμβληματικό στάδιο Βελοντρόμ (ποδηλατοδρόμιο). Έτσι κάνω την αναγωγή στο μυαλό μου με τη δική μου μεγάλη ποδοσφαιρική αγάπη. Λιμάνι και ποδηλατοδρόμιο έχει και ο Πειραιάς, όπως και Ολυμπιακό. Αυτό είναι και το πρώτο όνομα της, Ολιμπίκ, οπότε πάντα βρίσκω μια ”θαλπωρή” σε αυτή την ομάδα και την πόλη. Πέραν του ποδοσφαίρου υπάρχει το σινεμά και οι δεκάδες ταινίες που έχουν γυριστεί εκεί (French Connection, Taxi, Borcalino, Betty Blue), κάποιες μάλιστα φέρουν και το όνομα της στον τίτλο τους (Ο Άνθρωπος από τη Μασσαλία λ.χ.). Φυσικά είναι και μια σειρά από συγγραφείς που εμπνεύστηκαν από τα χρώματα του Γαλλικού νότου. Ιδιαιτέρως οι ντόπιοι Jean Patrick Manchette και Sebastien Japrisot, οι άνθρωποι που καθοδήγησαν το Polar σε ακόμα πιο μαύρες σελίδες, γιομάτες διαδρομές με αυτοκίνητα, βία, σκοτάδι και αίμα. Ο Manchette διέθετε επιπρόσθετα πολιτικοποίηση -κάτι που ήταν περίπου κανόνας στο Γαλλικό noir- και γερή μουσική γκάμα, ενώ ο Japrisot ήταν πιο κοντά στα στερεότυπα του Αμερικάνικου noir, αν και ενίοτε τα ανακάτευε με στοιχεία θρίλερ. Θα μπορούσε λοιπόν κανείς να θεωρήσει πως Manchette+Japrisot=Izzo σαν μια μαθηματική πράξη, ή όπως γράφαμε στους τοίχους μικροί. Δεν είναι ακριβώς έτσι όμως, γιατί ο κόσμος που έστησε ο Izzo διέθετε γεωγραφικά όρια, αν και διευρυμένα και από την άλλη μας μόρφωνε για ένα σωρό πράγματα. Ντόπια όλα, γεωγραφία, ιστορία, ποίηση, γαστριμαργία, κοινωνικά χαρακτηριστικά. Παρότι δεν ήταν πολύ μικρότερος των άλλων 2, ξεκίνησε να γράφει λογοτεχνία (μόνο ποίηση έγραφε ως τότε) στα 50 του. Έτσι διέθετε τα ”μαύρα” στοιχεία, με το επιπρόσθετο πως ζούσε σε μια εποχή που οι στιγμές του Μάη, η πολιτικοποίηση και οι μουσικές των ρομαντικών (Jazz, Chanson) είχαν πάει περίπατο. Δημιούργησε λοιπόν έναν ήρωα στην ηλικία του – τον εκπληκτικό Φαμπιό Μοντάλ- με το παρελθόν του, αλλά ζώντα στο παρόν τους ρυθμούς του και τις μουσικές του.

Η μουσική της Μασσαλίας δε φημίζεται για το παρελθόν της. Ψόφια πράγματα θα λέγαμε, για μια τέτοια πόλη, Frank Pourcel, Paul Mauriat, Space, Eden Rose, ZNR, Jannick Top, πέρασαν και κάποιοι δικοί μας από εκεί σαν το Μιχάλη Σουγιούλ, ή τον Κυπριανό Κατσαρή, μα κυρίως τον Γιώργο Αρβανίτη. Από οικογένεια που προήλθε από την Πόλη -όπως και ο Marcel Zanini επίσης ελληνικής καταγωγής- ο Georges Arvanitas γεννήθηκε το 1931 στη φωτεινή πόλη της Μεσογείου και για πολλές δεκαετίες μεγαλούργησε με το πιάνο του. Στην Ελλάδα ουδείς πήρε χαμπάρι και ακόμα ελάχιστοι γνωρίζουν αυτόν τον σπουδαίο μουσικό. Δεν είναι ο μόνος φυσικά, πόσοι και πόσοι εμιγκρέδες μουσικοί είναι άγνωστοι στα καθ ημάς (Ted Alevizos, Apostolis Anthimos, Gus Vali, Alex Devezoglou, Nick Venet, Jim Economides). Στο θέμα μας όμως, ο Izzo όπως και όποιος θέλει να ξέρει ποια είναι η πραγματική Μασσαλία όφειλε να ασχοληθεί με τους Massilia Sound System, IAM, Psy 4 de la Rime, Fonky Family ή τους Cafe Rouge, αυτούς που δίνουν χρώμα στη ζωή των cacou (αλητών) των ghetto. Έτσι βούτηξε στην πραγματική …ζωή, γράφοντας βιβλία σαν το Total Kheops (Το Μαύρο Τραγούδι της Μασσαλίας) τίτλος παρμένος από το ομώνυμο άσμα των IAM και Τσούρμο που βαφτίστηκε από το ομώνυμο album των Massilia, εκεί έγραφε: «Ο Γκιτού κλεινόταν στο δωμάτιο του και έβαζε στη διαπασών μουσική ροκ στην αρχή, ρέγκε στη συνέχεια, ράι και ραπ εδώ και ένα χρόνο». Άλλοτε σημείωνε, στο Solea (απ’ το θεσπέσιο κομμάτι του Miles) τελευταίο βιβλίο του, εκείνο με τον Ζιντάν στο εξώφυλλο της Ελληνικής έκδοσης: «Η Μασσαλία η πόλη μου, βρίσκεται πάντα σε ίση απόσταση από την τραγωδία και το φως». Λίγο αργότερα ήρθε ο θάνατος του, άμα την άφιξη της νέας χιλιετίας. Την παρακαταθήκη του Izzo συνέχισαν άλλοι, ο Maurice Attia με την Κόκκινη Μασσαλία -2ο μέρος της τριλογίας του- ο Michel Maisonneuve με το Ένας Τσετσένος Σκύλος στη Μασσαλία, ο Gilles Vincent με το Ντζεμπέλ, ο Rene Fregni.

Και ‘μείς μείναμε λυπημένοι με την είδηση του θανάτου αυτού του σπουδαίου τύπου και μ’ ένα αίσθημα ανικανοποίητου, άλλωστε όταν ανοίγει η όρεξη μετά σου τρέχουν τα σάλια. Και είναι και αυτά τα άτιμα τα πιάτα, η λεγόμενη Μεσογειακή κουζίνα που βρίθει περιγραφών στα τραπέζια που κάθεται ο Μοντάλ. «Ήταν η ώρα που η Μασσαλία αναδευόταν. Που αναρωτιόσουν τι να σου μαγειρεύουν απόψε. Βραζιλιάνικα, Αφρικάνικα, Αραβικά, Ελληνικά, Αρμένικα, Βιετναμέζικα, Ιταλικά, Προβηγκιανά. Είχε απ’ όλα το μαρσεγιέζικο καζάνι». Πίνοντας ένα παστίς (Patron un pastis), ένα καλό κόκκινο κρασί, συντροφιά με τους φλύαρους Μαρσεγέζους. Και όμως τίποτα δεν είναι τυχαίο, άλλωστε βρισκόμαστε στην πόλη που αποτέλεσε τον τελευταίο προορισμό του Ρεμπό, την αφετηρία του Αρτό και του κόμη Μοντεχρίστο (Αλέξανδρος Δουμάς). Εκεί που δημιουργήθηκε το -κατά Izzo- ωραιότερο λογοτεχνικό περιοδικό του προηγούμενου αιώνα, Cahiers du Sud, που έλαμψε σ’ όλα τα καράβια και λιμάνια του κόσμου. Και ο Μπρωκιέ (Brauquier) στίχοι του οποίου μας συστήνονται στις σελίδες της τριλογίας της Μασσαλίας, έγραφε για το περιοδικό που έστησε ο Ζαν Μπαλάρ. Από λέξεις άλλο τίποτα λοιπόν, είτε από ντόπιους, είτε από ναυτικούς, βατσιμάνηδες (ακόμα ένα εξαιρετικό βιβλίο του Izzo), ταξιδευτές, σαν τον άνθρωπο που ανακάλυψε τον μαγικό αυτό τόπο, τον Πυθέα. Ή σαν τον Καββαδία που περνώντας και σταματώντας στο λιμάνι του νότου, εμπνεύστηκε:  



Ύστερα σ’ είδα στη Μαρσίλια σαν εχάθηκες

Μέσα στο θόρυβο χωρίς να στρέψεις πίσω

Κι εγώ που μόνο την υγρήν έκταση αγάπησα

λέω πως εσένα θα μπορούσα ν’ αγαπήσω


Ο Izzo βέβαια δεν φτιασίδωνε την πόλη του, μαζί με τα ωραία, έγραφε και τα άσχημα, Μαφία, ρατσισμός, φτώχεια, εκσυγχρονισμός των χαρτογιακάδων, γι’ αυτή την πρώτη πόλη του τρίτου κόσμου, όπως σημείωνε. Όμως το πάθος παρέμενε : «Δεν είναι πόλη για τουρίστες, δεν έχει κάτι να δεις, δε μπορείς να φωτογραφήσεις την ομορφιά της, απλά τη μοιράζεσαι. Σ’ αυτά εδώ τα μέρη πρέπει να είσαι οπαδός, να σε πιάνει το πάθος, να είσαι υπέρ να είσαι κατά, να είσαι, βίαια. Τότε μόνο σου προσφέρονται να δεις όσα είναι να δεις. Αλλά τότε ο ταγμένος χρόνος έχει περάσει, είναι αργά και βρίσκεσαι στην καρδιά του δράματος. Ενός δράματος αρχαίου με ήρωα το θάνατο. Στη Μασσαλία πρέπει να ξέρεις να μάχεσαι ακόμα και για να χάσεις».

Σπύρος Καλετσάνος (Noir)




← All Posts for Show Noir