του Σπύρου Καλετσάνου (Noir)

Αγαπώ τα outsider και τις ”περίεργες” σχέσεις, αυτές που δεν έχουν μια φυσιολογική ροή, αλλά προέρχονται από κατιτίς ασύμβατο. Έτσι γεννήθηκε η προσωπική μου αδυναμία για μια χώρα που την χαρακτηρίζουν επίπεδη και βρίσκεται στη σκιά των ”μεγάλων” (Γερμανία, Ολλανδία, Γαλλία). Στο Βέλγιο δεν έχω πάει ποτέ, ούτε και έχω κάποια προσωπική σχέση μαζί του και όμως κάτι μου κάνει. Ε και τι μας νοιάζει ρε φίλε και πως σου ήρθε στο κεφάλι τώρα να μας ζαλίσεις με αυτό τον αδιάφορο τόπο. Ίσως γιατί θέλω να αποδείξω πως ο τόπος είναι θεσπέσιος και κυρίως γόνιμος, δημιουργικός, ειδικά σε μουσικό επίπεδο. Πριν μερικές εβδομάδες σ’ ένα Thursday night special, τα παιδιά συζητούσαν στον Ρινόκερο για την επερχόμενη συναυλία των Deus. Έτσι με έβαλαν στην πρίζα να σκέφτομαι τα νεανικά μου χρόνια στο Decadance, όταν οι Φλαμανδοί …θεοί ήταν από τα αγαπημένα group της εγχώριας indy κοινότητας. Και από εκεί πήγα βαθύτερα, σκεπτόμενος πόσα αγαπημένα μου group προέρχονται από εκείνα τα μέρη. Και κατ’ επέκταση την τεράστια παράδοση που έχουν στα comics (βλέπε και το πρόσφατο αφιέρωμα του πολάρ#3), με τα οποία παρότι δεν έχω σχέση πάθους, ως παιδί αγάπησα τους Asterix, Lucky Luke, Tin Tin, Στρουμφάκια. Κυρίως ως BD bande dessinee δηλαδή (γαλλοβελγική συνεργασία) που έφερε και στη μουσική το label της Nocturne μέσω της σειράς BDMusic.

Ας τα πάρω με τη σειρά όμως. Η πρώτη μου επαφή με την πολύγλωσση αυτή χώρα έγινε μέσω αθλητισμού (Χέιζελ, Γάνδη ’88, Εθνική Βελγίου κοινώς Κόκκινοι Διάβολοι). Ακολούθησε η πολιτική, ο Ernest Mandel, η αριστερίστικη θεατρική κολεκτίβα Internationale Nieuwe Scene, αλλά και εκείνη η περίεργη έκρηξη στο κατάστημα L’innovation των Βρυξελλών στις 22 Μάη του ’67, με απολογισμό 250 νεκρούς. Δ. Γερμανία λίγο πριν τη δολοφονία του Μπένο Όνεζοργκ (2/6/1967) από τους μπάτσους, όπου πολλοί πήραν την απόφαση να πάρουν τα όπλα, η Κομμούνα 1 κυκλοφορεί μια προκήρυξη :‹‹Πότε θα καούν τα πολυκαταστήματα του Βερολίνου. Οι γιάνκηδες πεθαίνουν για το Βερολίνο στο Βιετνάμ. Νιώσαμε θλίψη, βλέποντας τους φουκαριάρηδες να χύνουν το αίμα τους από coca cola στη ζούγκλα. Έτσι αρχίσαμε να διαδηλώνουμε να ρίχνουμε κλούβια αυγά στον οίκο της Αμερικής και θα θέλαμε να τελειώσουμε, βλέποντας τον Χάμφρευ να πεθαίνει πνιγμένος από γιαούρτι. Τώρα οι φίλοι μας στο Βέλγιο έχουν επιτέλους ανακαλύψει τον τρόπο να εμπλέξουν ολόκληρο τον πληθυσμό σ’ όλο το πανηγύρι του Βιετνάμ. Οι Βρυξέλλες μας έδωσαν τη μόνη απάντηση κάψτε πολυκαταστήματα κάψτε (από το βιβλίο του Τομ Βαγκ: Η Ομάδα Μπάαντερ-Μάινχοφ)›› Κοινώς λοιπόν το μετ’ έπειτα burn warehouse burn, αυτό που έκαναν πράξη ένα χρόνο αργότερα στη Φρανκφούρτη οι πρώιμοι αντάρτες πόλης (Μπάαντερ, Έσλιν, Προλ, Σενλάιν). Και αν το αντάρτικο απασχόλησε κόσμο και κοσμάκη στη δυτική Γερμανία, το Βέλγιο ”συνέδραμε” στον ένοπλο αγώνα με τους Cellules Communistes Combattantes (κομμουνιστικοί πυρήνες) στα 80s.

Μετά την εισαγωγή αυτή, ήταν η λογοτεχνία μου άνοιξε τα μάτια. Πέραν του πολύ καλού noir Οι Σειρήνες της Αλεξάνδρειας του ντόπιου Francois Weerts, φυσικά του μέγα Σιμενόν και των βιβλίων του, αλλά και του Ντιντιέ Ντενένξ με το ανεπανάληπτο Έγκλημα και Μνήμη (σχετικό με τη σφαγή των Αλγερινών στο Παρίσι του 1961, το οποίο έχει αφήγηση και στο Βέλγιο, μιας και η RTBF ήταν το κανάλι που πήρε εικόνες από εκείνη τη διαδήλωση-πογκρόμ), ήταν η προσωπική μαρτυρία -εν είδη ”μαύρου” μυθιστορήματος- του ”δικού” μας Georges Moustaki, με το βιβλίο Οδός Ντε Μπουσέ, που μου έβαλε ψύλλους στ’ αυτιά. Οι Βρυξέλλες των 50s, γεμάτες όνειρα, άφθονη μπύρα και jazz, εκεί όπου πέρασε δηλαδή ο Αιγυπτιώτης Moustaki πριν κάνει καριέρα στη Γαλλία. Σε κάποιο σημείο γράφει: ‹‹Οι Βρυξέλλες είναι μια πόλη γένους θηλυκού στον πληθυντικό. Είναι, μάνα, αδερφή, ερωμένη, ουρί, πόρνη, κορίτσι. Όμως λίγοι το ξέρουν. Δίνεται εύκολα, αλλά κανείς δε την κατέχει. Όλα της τα μυστήρια είναι απλωμένα στο φως, εμείς όμως δε τους δίνουμε σημασία και έτσι παραμένουν κρυφά››. Η Αποθήκη (Le Grenier), το Υπόγειο (La Cave), οι νεαροί τότε Bobby Jaspar και Jacques Brel, η παλιά πόλη και η νυχτερινή ζωή εκεί χωρίς φτιασίδια, με τα καλά τους και τα κακά τους, με έβαλαν σ’ έναν δρόμο που τον έκανε διάπλατο ο David McNeil. Γιος του ζωγράφου Marc Chagall, γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη, έζησε στο Παρίσι όπου έγινε μουσικός, ασχολήθηκε με τον κινηματογράφο και έπειτα ξεκίνησε να γράφει. Η Angie ή το 12μετρο ενός blues, είναι ένα οδοιπορικό, σχετικά αυτοβιογραφικό και αυτό, που μεταξύ Παρισιού και Λονδίνου, παρεμβάλει η πρωτεύουσα του Βελγίου. Εκεί οδηγείται ο ήρωας του βιβλίου, όταν τον παίρνει σε oτο-στοπ ο bluesmen Memphis Slim, με μια λευκή rolls royce. Οι Βρυξέλλες είναι ο τόπος που και ο McNeil ξεκίνησε τη μουσική του  καριέρα (εκεί ηχογράφησε τα πρώτα του single), αλλά και την κινηματογραφική. Έτσι μέσω των βιβλίων του επανήλθε στα μέρη εκείνα, ένα εκ των οποίων μιλάει για μια από τις πιο αγαπημένες μου μουσικές ιστορίες, αυτής του Vince Taylor:

«Γνωρίζω, έχω ακουστά, πως σε αυτό εδώ το μέρος έρχεται ο Vince Taylor, μεγάλος rocker ενώπιον του θεού που πήρε τ’ όνομα του γιατί του αρέσει  ο Gene Vincent, μαζί με το συγκρότημά του παίζουν στο Two I’s, καθώς και ο Tommy Steele και μερικοί άλλοι, τους φέρνουν να περάσουν το Σ/Κ όταν οι κακοί άνθρωποι τους αποκαλούν teddy boys και δεν τους δίνουν να πιουν …τον Vince δεν τον είδα και τελικά περίμενα 20 χρόνια για να συναντήσω τον άνθρωπο μου σε ένα bar στο Αμπές να τραγουδάει το Japanese Doll πηδώντας στα τραπέζια». Το βιβλίο “Όλα τα μπαρ της Ζανζιμπάρ”, απ’ όπου και το απόσπασμα, είναι και αυτό περιπλανώμενο και αυτοβιογραφικό, γεμάτο μουσική, αλκοόλ και όνειρα, του McNeil και πάλι.

Στις Βρυξέλλες, στην Οστάνδη και αλλού, ήρθε το ’62 ο Vince Taylor και συντάραξε τα πλήθη, τους ντόπιους blousons noirs (teddy boys) που είδαν την απόλυτη ενέργεια και μαυροντυμένη παρουσία του Άγγλου rocker στη σκηνή. Αυτός ο τύπους που ενέπνευσε αργότερα -κάτω από άλλες συνθήκες- την περσόνα του ziggy stardust και στο κλείσιμο της δεκαετίας του ’70 άκουσε το δικό του Brand New Cadillac να διασκευάζεται στο London Calling των Clash (ίσως τα 2 πιο καθοριστικά album των 70s), ”ηλέκτρισε” τον ντόπιο rock n’ roller Burt Blanca και μια σειρά από group των early 60s. Εκείνη την περίοδο είχα κολλήσει και ονειρευόμουν τις νυχτερινές Βρυξέλλες της εποχής, γεμάτες σκοτεινά σοκάκια, μπαράκια με ζωντανή μουσική, μπύρες να ρέουν, μαυροντυμένους νέους να ξεβιδώνονται στο χορό. Όμως δεν ήταν μόνο έτσι, πέραν της πολυπολιτισμικότητας και πολυγλωσσίας, υπάρχει και μεγάλη μουσική γκάμα. Ιταλοί σαν το Rocco Granata και την πασίγνωστη Marina του, οι πολύχρωμοι Chakachas, ο ανατολίτης Marc Aryan, ο Brel, ο Adamo και ο Django, ντόπιο που έδρασαν στη γειτονική Γαλλία, η ντόπια jazz, blues και folk σφήνες, όλα αποτέλεσαν κομμάτια της περιόδου που σφράγισε η τέλεση της Expo ’58. Και πάλι ένα βιβλίο, το ομώνυμο από τον Άγγλο Τζόναθαν Κόου, με ταξίδεψε στο Atomium, το Philips Pavilion και την ψυχροπολεμική ατμόσφαιρα εκείνου το εξαμήνου του 1958. Εκείνη λοιπόν η χρονιά ήταν όπως αποδείχτηκε μία very good year όπως τραγουδούσε κάποτε ο Frankie. Στις Βρυξέλλες έγινε ο τελικός του κυπέλλου πρωταθλητριών Ρεάλ-Μίλαν 3-2, ενώ το νόμπελ ειρήνης κατέληξε στο μοναχό-κληρικό Dominique Pire για τη βοήθειά του στους πρόσφυγες. Φυσικά τότε ξεκινάει, και ήδη από την αρχή φτάνει στο Ν.1 με το πρώτο της single (Eso Es El Amor) η μπάντα των Chakachas.

Νομίζω πως είναι ένα συγκρότημα που ξεπερνάει τα στερεότυπα της εποχής, φυλετικά μικτό και πάει κόντρα στη γελοιότητα που έπραξαν στην Expo με τους ανθρώπους-εκθέματα εν ήδη ζωολογικού κήπου. Όπως και επίσης πάει σε αχαρτογράφητα μονοπάτια με μεγάλους ηλικιακά μουσικούς, και κάπως αντιτουριστικούς σε σχέση με τα νεανικά γκρουπάκια της εποχής, να δίνουν ρέστα σε νέες μουσικές μόδες. Και στην επιστροφή τους στα late 60s/early 70s όπου δίδαξαν τι εστί Funk. Έτσι έρχεται μετά η πανέμορφη Marina του Granata το 1959, η ντόπια Jazz (τσεκάρετε τη συλλογή Let’s Get Swinging: Modern Jazz in Belgium 1950-1970) με το Bluesette του Toots Thielemans (Στο Βέλγιο αγαπούν πολύ όσους παίζουν φυσαρμόνικα. Το Bluesette κάνει τον γύρο του κόσμου έγραφε ο McNeil στο Angie ή το δωδεκάμετρο ενός μπλουζ), τα rock n roll σχήματα (Cousins, Jokers), τον Burt Blanca, μα και τις εξαίρετες γκρούβες (Roger Mores, Andre Brasseur, Placebo, JJ Band και οι πρόγονοι τους πιο ψυχεδελικοί Jess & James και ο μέγας Nico Gomez). Φυσικά και στα 60s (psych) και τα 70s(prog, jazz-rock) οι Βέλγοι έχουν πράγμα (Vipers, Mec-Op Singers, Open Sky Unit, Plus, Cos, Klan, Univers Zero, Aksak Maboul, Marc Moulin κλπ), θα έλεγα όμως πως είναι οι εξαιρετικές και μοναδικές στο είδος τους περιπτώσεις που ανακινούν το ενδιαφέρον, σε πιο εστιασμένα πλαίσια. Από το Βέλγιο πέρασαν πολλοί ‘’ξένοι’’: Derroll Adams, Tucker Zimmerman, το American Folk Blues Festival  το φθινόπωρο του 1963, το festival του περιοδικού Actuel τον Οκτώβρη του 1969 στην Amougies, οι ”άτακτοι” Suicide με τα 23 λεπτά θορύβου στις Βρυξέλλες, οι William Burroughs, Joy Division Cabaret Voltaire την 6η Οκτώβρη του ’79 στην Plan K, ο Alex Harvey που ”κατέληξε” στην Μπριζ λίγες ώρες πριν κλείσει τα 47 του. Ακόμα ακόμα μερικά σημαίνοντα label στήθηκαν εκεί: Palette, Hebra, IBC (Best Seller), Les Disques Du Crepuscule(Factory Benelux), Crammed Discs, Sub Rosa. Μέσα σε όλα και οι ταινίες των Νταρντέν, το Broken Circle Breakdown, η Αποστολή στη Μπριζ, τα πολλά και πολύποικιλα festival τους και άλλα πολλά. Σε πιο προσωπικό όμως επίπεδο, ξεχωρίζω 2 περιπτώσεις:

Η μία είναι ένα single του 1973, από τους Blast. Δυναμίτης, με στοιχεία heavy metal, hardcore και punk, από μια βραχύβια μπάντα από τη Mons, κοντά στα Γαλλικά σύνορα, που έβγαλε ένα και μόνο δισκάκι (45αρι στην Majestic το 1973) και μετά χάθηκε. Σε εκείνες τις 500 κόπιες, προστέθηκαν άλλες τόσες το 2015, όταν η Καναδέζικη Death Vault το επανέκδωσε. Hope / Damned Flame, τα 2 τραγούδια, από το τρίο με 2 Ιταλικής καταγωγής μουσικούς, που θα μπορούσε να πει κανείς πως άνοιξε δρόμους για την τοπική metal σκηνή (Ancient Rites, Channel Zero, Ostrogoth, Killer, Palass, Acid κλπ), και την αντίστοιχη punk. Όμως ψάχνοντας θα βρει κανείς και μια -έστω- ”υπόγεια” σειρά, που βήμα-βήμα ξετυλίγει το κουβάρι του σκληρού ήχου. Αρχές 70s οι Βέλγοι διαθέτουν μια πολύ καλή jazz-rock και progressive σκηνή. Από εκεί, ξεπετάγονται και πιο heavy σχήματα, σαν τους Irish Coffee, Doctor Downtrip, Jenghiz Khan, Kleptomania, τους Γιουγκοσλάβους -που πέρασαν από το Βέλγιο- Dah, τους Άγγλους Malachi, μα κυρίως τους Vacation. Στο site Belgian Metal History υπάρχει διεξοδική αναφορά. Στο λήμμα για τους Blast αναφέρει πως την παραγωγή του 7” κάνει ο Michel Chevalier. Ο Γάλλος μουσικός 2 χρόνια νωρίτερα έκανε την παραγωγή για το ντεμπούτο των Vacation, στο label της Majestic και πάλι. Το τρίο από το Charleroi εξέδωσε το ’71 το Ressurection Of Vacation, μια ζωντανή εμφάνιση-τζαμάρισμα στο Βελγικό ραδιόφωνο. Και για να κλείσει το κεφάλαιο, οι Mec op Singers με την εξαιρετική διασκευή τους στον θρησκευτικό ύμνο Dies Irae (το ’66, εμπνευσμένοι από τους Yardbirds), έβαλαν το τρένο σε ράγες.

Η άλλη ιδιάζουσα περίπτωση, είναι μια τοπική -ας την πούμε- πρωτοπορία, το Popcorn, χορευτική ”μόδα” που προέκυψε από τη μαύρη μουσική και τις Αγγλικές υποκουλτούρες.  Η παραθαλάσσια Οστάνδη, συνδέεται με την Αγγλία (όπως και η Zeebrugge), οπότε η οποιαδήποτε ”σύνδεση” ήταν πιο εύκολη. Το στυλ του Popcorn είναι ιδιότυπο, ένα blender ήχων (swing, pop, soul, funk, rock n roll, blues, jazz, ska, boogaloo) που κυλάει σε πιο αργό τέμπο (λειτουργεί κάπως σαν το rocksteady για τους mods). Τέλη δεκαετίας 60, ο Βελγικός βορράς μέσα στο κρύο, το αγιάζι και το σκοτάδι, ζει τις νύχτες μέσα στις ντισκοτέκ, όπου dj με μεράκι, γνώση και φαντασία, επιλέγουν μουσικές από την γκάμα που ανέφερα πιο πάνω. Πρώτη και κύρια επιλογή η Groove, με τον πολυπράγμων Freddy Cousaert να στροφάρει με μαεστρία στο πλατό δισκάκια. Νωρίτερα έτρεχε ο ίδιος ένα club στην Οστάνδη και παράλληλα ταξιδεύοντας γνωρίζει νέους ήχους και στυλ, όχι μόνο στη μουσική. Σχετίστηκε μάλιστα με τον Muhammad Ali, δουλεύοντας ως υπεύθυνος δημόσιων σχέσεων του στην Ευρώπη, στα χρόνια που οι νεαροί χορεύουν στην De Viertap, στο Golden Gate, στην Versailles, αλλά και στη De Oude Hoeve που μετονομάστηκε σε Popcorn -από το ομώνυμο τραγούδι του James Brown- και βάφτισε όλη τη φάση. Μη εμπορικά κατά βάση κομμάτια, που καθώς το πράγμα εξαπλώνεται, αντλούνται και από αλλού (Ιταλία, Φλαμανδική σκηνή, Cha Cha, Bossa Nova), καθώς οι dj’s ψάχνονται για ”φρέσκους” ήχους. Άλλωστε οι άνθρωποι που στέκονται πίσω από τα pick up είναι οι ”αυτουργοί” της εν λόγω underground χορευτικής τάσης. Jeff Callebaut, Gerry Franken, Georges Toniotti, Gilbert Govaert και ο Cousaert είναι οι άνθρωποι που ”έσωσαν” τη ζωή χιλιάδων στις ντισκοτέκ. Ο Cousaert όμως έσωσε –στην πραγματικότητα- άλλη μια ζωή, αυτή ενός από τους σπουδαιότερους τραγουδιστές της υφηλίου.

1981, ο Marvin Gaye στα 41-42 του, χωρισμένος, βουτηγμένος στην κόκα, με τάσεις σχιζοφρένιας, γλιτώνοντας παρά τρίχα τη φυλακή και ευρισκόμενος σε μια μουσική παρακμή, αλλά και σε κόντρα με τη Motown, φτάνει στην Οστάνδη. Τότε βρισκόταν στο Brighton της Αγγλίας, παραθαλάσσιο και βροχερό, όπου ήθελε να παραμείνει, μιας και ταίριαζε γάντι με την ψυχική του διάθεση. Όμως μιας και η Οστάνδη είναι επίσης παραθαλάσσια και μελαγχολική, πείστηκε να πάρει το ferry. Υπό την προστασία και φιλοξενία του Cousaert βρίσκει την ηρεμία του, σταματάει τα ναρκωτικά, ξαναβρίσκει την επαφή του με το ”θεό” (παπαδοπαίδι γαρ) και την όρεξη για μια νέα μουσική αρχή. Εν αρχήν έρχεται μια mini περιοδεία στην Αγγλία, μερικά live στην Οστάνδη, που ακολουθείται από τη ”μεταγραφή” του στη CBS. Εκείνη η περίοδος χαρακτηρίστηκε ως ότι καλύτερο συνέβη στον Marvin. Έτσι ήρθε το single Sexual Healing, σαν συνέχεια της ψυχικής και δημιουργικής επούλωσης, που ηχογραφεί στο Βέλγιο και βγαίνει τον Σεπτέμβρη του ’82. Η συνέχεια ενώ προμηνυόταν λαμπρή με την επιστροφή του στις Η.Π.Α. και το album Midnight Love, αντίθετα υπήρξε σύντομη και δραματική. Πυροβολήθηκε από τον πατέρα του την πρωταπριλιά του ΄84, πεθαίνοντας μία μέρα πριν κλείσει τα 45.

Πίσω στο Βέλγιο, καθώς οι χορευτικές μόδες περνούν, οι dj’s και οι άνθρωποι που κινούν τα νήματα (compilers, labels, club), ψάχνοντας ξανά κάτι που θα συναρπάσει και θα συνταράξει, πάντοτε κοιτούν προς το παρελθόν. Στα 90s λοιπόν η Βελγική Marginal records, μια εταιρεία επανεκδόσεων και συλλογών, επαναφέρει το Popcorn στο προσκήνιο, ρίχνοντας στην αγορά μια σειρά από cd συλλογές: Welcome To Chinatown Vol. 1 Oriental “Popcorn” Tracks, Latino “Popcorn” Fever Vol.1-3 The Dancing Beat Of The Latin Bands και από κοντά η Bar records θυγατρική με τη σειρά Soul Cargo. Ακολουθούν οι Άγγλοι στην τρέχουσα δεκαετία: Follow Me To The Popcorn: The Untold History Of The Belgium Popcorn Scene, The Groove! Belgium Popcorn κλπ. Το Βέλγιο είχε και έχει σημαντική συνεισφορά σε techno, EBM, minimal wave, metal, indie, folk, jazz, blues ήχους, νομίζω όμως πως το Popcorn υπήρξε ένα πιο ιδιόμορφο, ιδιαίτερο και καθαρά τοπικό φαινόμενο, που αξίζει να ασχοληθεί κανείς μαζί του.

Εδώ ένα μικρό ντοκιμαντέρ για το Popcorn

Μια πρώτη προσπάθεια να βουτήξω στα Βελγικά νερά, έγινε το προηγούμενο καλοκαίρι, μ’ένα κείμενο για το site του HUMBA, σχετικό με τον ημιτελικό του Mundial Γαλλία-Βέλγιο.

Εδώ για συνέχεια με βουτιές σε αχαρτογράφητα νερά, ζεστά και όχι κρύα όμως. Άλλωστε παρότι το Βέλγιο λούζεται από την παγωμένη βόρεια θάλασσα – που είναι κορεσμένη από το ιώδιο. Στο Βέλγιο άλλωστε κάθε μητέρα το γνωρίζει: ένα καλό μπάνιο στο θαλασσινό ιώδιο το Πάσχα και τα παιδιά αποβάλλουν τα μικρόβια του χειμώνα- βγάζει μία μεσογειακή διάθεση, όπως λέει και ο συγγραφέας Harry Pearson. Επίσης ένα “κρυφό” ταλέντο τους είναι το χιούμορ, το θυμάμαι στον μοναδικό Βέλγο που έχω γνωρίσει προσωπικά, αλλά να και εδώ εμφανίζεται: «Μια στιγμή οι skinheads εκείνη τη μέρα, ο ένας απ’ αυτούς φορούσε stan smith. Και οι ιδέες τριγυρνάνε στο μυαλό του Άντριαν, που έχει καθαρίσει. Είναι παράξενο, λάθος στιλιστική επιλογή. Συνήθως αυτά τα κτήνη φοράνε αρβύλες. Φτηνά τη γλίτωσα. Θα μου είχαν σκίσει το συκώτι αν φόραγαν τέτοια χοντροπάπουτσα. Σ’ ευχαριστώ Stan που έπαιζες τένις, αντί να είσαι σταχανοβίτης χαλκουργός στην Cockerill (Βελγικός σιδηροδρομικός όμιλος) με δερμάτινη ποδιά και παπούτσια ασφαλείας με σιδερένια μύτη» (Οι Σειρήνες της Αλεξάνδρειας). Εδώ λοιπόν ανακαλύψτε θησαυρούς.

* Le Plat Pays (Η Επίπεδη Χώρα) τραγούδι του Jacques Brel, δείγμα της όχι και τόσο καλής άποψης που είχε ο Φλαμανδός για τον τόπο του. Αντίθετα εγώ πάντα ασπαζόμουν μια άλλη οπτική, εξ ου και ο παραφρασμένος τίτλος (Η Πολυεπίπεδη Χώρα).