Κάθε φορά που ο Γκιλ Σκοτ-Χέρον έδινε συναυλία στη Σκοτία ο κόσμος τον ρωτούσε για τον πατέρα του. Κι έδινε συχνά συναυλίες εκεί. Είχε δημιουργηθεί μάλιστα μια παράδοση: οι φαν να εμφανίζονται με φανέλες της Σέλτικ. Όπως είχε πει πάλι ο ίδιος, «οι Σκοτσέζοι αγαπούν δυο πράγματα, το ποδόσφαιρο και τη μουσική», και δυο γενιές της οικογένειας Χέρον έδωσαν από έναν άξιο εκπρόσωπο σε αυτούς τους δυο σημαντικούς τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας.

Ο Γκιλ Σκοτ-Χέρον, ο γιος, ήταν συγγραφέας, ποιητής, ακτιβιστής, μουσικός, και είχε πει πολύ σωστά πράγματα με αυτή τη συγκλονιστική βραχνάδα στη φωνή («η φωνή μου βρυχάται, σαν συρμός του μετρό με σκασμένο λάστιχο»), με αυτό το ασύγκριτο γκρουβ. Το 1970 προφήτεψε πως «Η επανάσταση δεν θα μεταδοθεί τηλεοπτικά» – τότε δεν υπήρχε το Internet. Δεν ήταν ακριβώς τραγούδι αλλά spoken word, ποίηση με συνοδεία κρουστών. Την ίδια χρονιά, θα παρατηρήσει πως η Αμερική στέλνει τον λευκό άνθρωπο στη σελήνη, αλλά δεν καταφέρνει να προσφέρει κοινωνική ασφάλιση στους φτωχούς, δηλαδή στους μαύρους –ο ίδιος θα πεθάνει σε νοσοκομείο για άπορους–, το 1979, εφτά χρόνια πριν το Τσερνομπίλ, θα μιλήσει για τα πυρηνικά ατυχήματα, αργότερα για την πολεμική βιομηχανία κι όταν πια θα βουτηχτεί στον προσωπικό του εφιάλτη που τον έστειλε ακόμη και στη φυλακή, θα μιλήσει για τα ναρκωτικά και το αλκοόλ.

«Κάναμε ό,τι κάναμε, έτσι όπως το κάναμε, χάρη σε σένα»: έτσι τον αποχαιρέτησε ο Chuck D των Public Enemy. Μόνος ή με το γκρουπ του, τους Lost Poets, ο Γκιλ Σκοτ-Χέρον άνοιξε τον δρόμο για όσους ακολούθησαν, σε σημείο να αναφέρεται συχνά ως «ο πάπας της ραπ». Θα απαντήσει και σ’ αυτό, ασκώντας σκληρή κριτική στους χρυσοθήρες απολίτικους ράπερς, τους οποίους μάλλον δεν αισθανόταν καθόλου ως βαφτιστήρια του.

Δεν πιστεύω ότι ο Σκοτ-Χέρον ήταν πράγματι φαν της Ρέιντζερς, και δεν φαίνεται να παρακολουθούσε ή να έπαιζε ποδόσφαιρο – του άρεσε το μπάσκετ κι ο Καρίμ Αμπντούλ Τζαμπάρ ήταν παιδικός του φίλος. Πάντως δεν είδε ποτέ τον πατέρα του να παίζει μπάλα. Έτσι κι αλλιώς, οι γονείς του χώρισαν όταν ο μικρός Γκιλ ήταν δυο ετών, κι ό,τι ήξερε για την ποδοσφαιρική καριέρα του πατέρα του το έμαθε από διηγήσεις. Πατέρας και γιος ξανασυναντήθηκαν είκοσι τέσσερα χρόνια αργότερα, το 1975, όταν η ετεροθαλής αδερφή του Σκοτ-Χέρον πήγε να τον δει σε μια συναυλία.

«Ο Μπέιμπ Ρουθ του ποδοσφαίρου»

Ο Γκιλ Χέρον, ο πατέρας, γεννήθηκε, λοιπόν, το 1922 στην Τζαμάικα. Γρήγορος κι αθλητικός, διακρίνεται από μικρός σε πολλά σπορ. Πριν φύγει εθελοντής στην καναδέζικη αεροπορία στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, προλαβαίνει να νικήσει σε αγώνα δρόμου τον μετέπειτα παγκόσμιο ρέκορντμαν στα 400 μέτρα και δυο φορές ολυμπιονίκη, Χέρμπερτ Μακ Κίνλεϊ, και να αναδειχθεί πρωταθλητής Μίσιγκαν στην πυγμαχία. Μετά τον πόλεμο, εγκαθίσταται στο Ντιτρόιτ, και παίζει ποδόσφαιρο ερασιτεχνικά – κερδίζει μερικά δολάρια για κάθε ματς, πολύ λιγότερα από τους λευκούς συμπαίχτες του. Παίζει σέντερ φορ, είναι τεχνικός και δεινός σκόρερ με ιδιαίτερα θερμό ταμπεραμέντο και έφεση στους τσακωμούς.

Το 1946 βάζει 16 γκολ σε 8 αγώνες και αναδεικνύεται πρώτος σκόρερ στη North American Soccer League, συμβάλλοντας αποφασιστικά στο πρωτάθλημα που κέρδισε η ομάδα του, οι Ντιτρόιτ Γουλβερίνς. Τα επόμενα χρόνια, μετακομίζει στο Σικάγο, παντρεύεται, και παίζει ποδόσφαιρο σε δυο τοπικούς συλλόγους, στους Μαρούν και τη Σπάρτα. Πάντα με επιτυχία: το περιοδικό Ebony τού κάνει το 1947 ένα τρισέλιδο αφιέρωμα με τίτλο: «Ο Μέιμπ Ρουθ του ποδοσφαίρου». Στο άρθρο, παρεμπιπτόντως, το ποδόσφαιρο αναφέρεται ως ένα εξωτικό παιχνίδι, το οποίο έπαιζαν ήδη στην Αρχαία Αθήνα και τη Σπάρτη.

Ίσως ήταν η επιδεξιότητά του Γκιλ μπροστά στο τέρμα και η τεχνική του που γελοιοποιούσε τους αντιπάλους, ίσως το στιλ του –ήταν ψηλός, όμορφος, κομψός–, πιθανότατα ήταν και το χρώμα του, πάντως έγινε από την αρχή στόχος των αμυντικών που θεωρούσαν σχεδόν καθήκον τους να του κάνουν αντιαθλητικά φάουλ. Αυτός με τη σειρά του απολάμβανε να ανταποδίδει τα χτυπήματα «με αναμφισβήτητη χάρη και αγριότητα», σύμφωνα με τον γιο του. Γυρνούσε στο σπίτι γεμάτος πληγές και μελανιές, αλλά λάτρευε το ποδόσφαιρο, μιλούσε με τις ώρες για τα ματς, τους συμπαίχτες του, τα γκολ του. Μετά το διαζύγιο, ξαναγυρίζει στο Ντιτρόιτ και παίζει για τους Κορίνθιανς.

Το Μαύρο Βέλος της Σέλτικ

H Σέλτικ εκείνα τα χρόνια συνήθιζε τις καλοκαιρινές περιοδείες στη Βόρεια Αμερική. Τον είδαν και τον κάλεσαν να δοκιμαστεί στη Γλασκώβη. Δέχτηκε αμέσως. Ήταν πια 29 χρονών κι ήταν η μοναδική του ευκαιρία να διαπιστώσει τι αξίζει και, αν όλα πήγαιναν καλά, να κάνει αυτό που πάντα ήθελε: να παίξει επαγγελματικά μπάλα και μάλιστα σε μια μεγάλη ομάδα και σε ένα μεγάλο πρωτάθλημα, καταφέρνοντας κάτι αντίστοιχο με αυτό που κατάφερε το 1947 ο Τζάκι Ρόμπινσον, ο πρώτος μαύρος παίχτης στο αμερικάνικο επαγγελματικό πρωτάθλημα του μπέιζμπολ.

Στο ματς όπου δοκιμάζεται, σκοράρει δυο φορές κι αποχτά το παρατσούκλι «Μαύρο Βέλος». Γίνεται ο πρώτος μαύρος παίκτης της Σέλτικ και του επαγγελματικού σκοτσέζικου πρωταθλήματος. Είχε προηγηθεί, στα τέλη του 19ου αιώνα, ο μιγάς Άντριου Γουότσον. Στις 19 Αυγούστου 1951, 40.000 θεατές στο Σέλτικ Παρκ, θα δουν τον Γκιλ Χέρον να σκοράρει στον πρώτο του επίσημο αγώνα, εναντίον της Μόρτον για το Λιγκ Καπ. Στις 28 του ίδιου μήνα θα βάλει το δεύτερό του γκολ, απέναντι στην Ερντριόνιανς. Σε μια αντεπίθεση, θα πάρει τη μπάλα στο ύψος της σέντρας, θα ξεκινήσει μια από τις γνωστές του κούρσες και θα τελειώσει με μακρινό σουτ. Ιδανικό ξεκίνημα. Αυτό όμως θα είναι το τελευταίο του γκολ με την πρώτη ομάδα της Σέλτικ.

Θα παίξει μόλις πέντε αγώνες. Εκτός από τον ανταγωνισμό με τον τοπικό ήρωα Τζον ΜακΦέιλ για μια θέση στην ενδεκάδα, αναφέρθηκαν διάφοροι λόγοι για να εξηγήσουν την αποτυχία του να προσαρμοστεί στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο. Οι περισσότεροι αντανακλούν φυλετικά στερεότυπα και προκαταλήψεις, διαδεδομένες στο βρετανικό ποδόσφαιρο, τουλάχιστον μέχρι τη δεκαετία του ’90: οι μαύροι ποδοσφαιριστές θεωρούνταν μαλθακοί, όχι ιδιαίτερα εργατικοί, ασυνεπείς. Ειπώθηκε λοιπόν πως δεν άντεχε το κρύο –αυτός που έζησε στον Καναδά, στο Ντιτρόιτ και στο Σικάγο–, πως δεν τα έβγαζε πέρα με τα σκληρά μαρκαρίσματα –λες κι ήταν η πρώτη φορά που τα αντιμετώπιζε–, πως ήταν τεχνικός παίκτης κι όχι αρκετά γερό κορμί –ο Γκιλ Χέρον υπήρξε πυγμάχος, ενώ τα καλοκαίρια στη Σκοτία έπαιζε στο πρωτάθλημα κρίκετ–, πως δεν ήταν σοβαρός κι αδιαφορούσε για το ποδόσφαιρο – κι όμως, ήταν το όνειρο της ζωής του.

Οι συμπαίχτες του σκανδαλίζονταν όταν τον έβλεπαν να γυρνάει την Γλασκώβη ψάχνοντας στα δισκάδικα για αμερικάνικους δίσκους, όταν ασχολιόταν με τη φωτογραφία ή όταν έβγαινε τα βράδια – η δεύτερη γυναίκα του ήταν Σκοτσέζα. Στην πρώτη συνέντευξη σε τοπική εφημερίδα, εξέφρασε την απορία του που η πόλη κοιμάται από τις 9 το βράδυ. Χρόνια μετά, θα μιλήσει για τον ρατσισμό που αντιμετώπισε σε μια χώρα όπου το χρώμα του τον έκανε ιδιαίτερα εξωτικό και τους ανθρώπους συχνά εχθρικούς. Από τις κερκίδες φώναζαν «πιάστε τον Νέγρο» – πράγμα όχι εύκολο, όταν μιλάμε για τον ταχύτατο Γκιλ Χέρον.

Όπως και να ’χει, θα παίξει μερικούς μήνες στη δεύτερη ομάδα της Σέλτικ, όπου θα βάλει 15 γκολ, στη συνέχεια σε μια άλλη ομάδα της Γλασκώβης, τη Θερντ Λανάρκ, και την επόμενη χρονιά θα πάει στην Αγγλία, στους Κιντερμίνστερ Χάριερς. Το 1952, δέκα χρόνια πριν την ανεξαρτησία της Τζαμάικας, θα φορέσει τη φανέλα της εθνικής της ομάδας. Το 1954 θα γυρίσει στο Ντιτρόιτ και θα πιάσει δουλειά στην αυτοκινητοβιομηχανία Φορντ. Τα Σαββατοκύριακα θα παίζει ποδόσφαιρο στους Κορίνθιανς. Θα αποκτήσει τρία ακόμη παιδιά και θα πεθάνει το 2008.

Λίγους μήνες πριν είχε πανηγυρίσει, μαζί με τα εγγόνια του, τη νίκη ενός Τζαμαϊκανού, του Γιουσέιν Μπολτ, στα 100 μέτρα στους Ολυμπιακούς του Πεκίνου. Το 1992, ήδη εβδομηντάρης κι ίσως εμπνευσμένος από την καριέρα του γιου του, θα κυκλοφορήσει μια συλλογή με ποιήματα, ανάμεσά τους ένα με τις αναμνήσεις του από το πέρασμά του από τη Σκοτία. Στο τελευταίο τετράστιχο, οραματιζόταν ένα είδος παράδεισου, όπου οι οπαδοί θα θυμούνται για πάντα τα αστέρια του ποδοσφαίρου.

Η συλλογική μνήμη λειτουργεί ακριβώς έτσι, καμιά φορά: μια σεζόν ήταν αρκετή ώστε ο Γκιλ Χέρον να σημαδέψει την ιστορία της Σέλτικ. Το 2008, ο Σκοτσέζος Μάικλ Μάρα, ο Βάρδος του Νταντί, θα γράψει για εκείνον αυτό το τρυφερό τραγούδι:

Λένα Δελβερούδη

Βιβλιογραφία

* Ο Μπέιμπ Ρουθ ήταν παίχτης-θρύλος του μπέιζμπολ και από τα μεγαλύτερα είδωλα της αμερικάνικης κουλτούρας.

Γκιλ Σκοτ-Χέρον : «Ξέρετε, ο πατέρας μου έπαιξε μπάλα στη Σέλτικ. Γι’ αυτό κι εγώ υποστηρίζω τη Ρέιντζερς»
Αναδημοσίευση από το περιοδικό Humba!
Humba! Radio – Κάθε Δευτέρα στις 23:00 από τη διαδικτυακή ραδιοσυχνότητα του Music Society