Υποθέτω ότι ο Αλιέντε ήταν ήρωας

Και τι είναι ήρωας?

Δεν ξέρω …. για σένα τι είναι?

Δεν ξέρω. Ο Τζον Λε Καρρέ λέει ότι πρέπει να έχεις το θάρρος ενός ήρωα για να είσαι έντιμος.

Ήρωες στο θυμικό μου είναι ο Τσε, ο Ντουρούτι, οι μαχητές της Arditi Del Popolo, ο Marcos, οι Τουπαμάρος, οι Βιετκόνγκ, όσοι αγωνίστηκαν για τα ιδανικά τους, την κοινωνική δικαιοσύνη, την ειρήνη, αυτοί που πέθαναν στη μάχη, οι χιλιάδες ανώνυμοι. Ίσως αν κάτσεις και το σκεφτείς θα βάλεις και άλλους στο παιχνίδι, πιο απλούς και καθημερινούς -έχω δεκάδες τέτοιους στο μυαλό μου. Η παραπάνω στιχομυθία διαδραματίζεται στις σελίδες ενός βιβλίου που με ταρακούνησε, δεν πίστευα ποτέ ότι διαβάζοντας κάτι αντίστοιχο θα έμενα τόσο εντυπωσιασμένος, μ’ ένα βλέμμα απορίας και τα μάτια υγρά. Και όμως Οι Στρατιώτες της Σαλαμίνας του Χαβιέρ Θέρκας έπεσαν στα χέρια μου λόγω του ενδιαφέροντος μου για τον Ισπανικό εμφύλιο και του ονείρου για ένα συνεχές και αέναο καλοκαίρι της αναρχίας. Ότι είχα διαβάσει ως τότε αλλά και μετά ως και σήμερα, είχε σαφές πολιτικό πρόσημο και ξεχώριζε τους ήρωες από τα κατακάθια. Κάτι αντίστοιχο περίμενα λοιπόν, αλλά προσγειώθηκα, ανώμαλα αρχικά, αργότερα σταθερά και έπειτα …απογειώθηκα στο μυθικό κόσμο της -σπουδαίας- λογοτεχνίας. Εκείνης που ξέρεις πως απέχει παρασάγγας απ’ το “συρμό”. Ο Ρομπέρτο Μπολάνιο με τον οποίο ο Θέρκας κάνει την παραπάνω κουβέντα, ανήκει στον εν λόγω κόσμο, μαζί με τον Κορτάσαρ, τον Χάρι Μούλις και μερικούς ακόμα, οι οποίοι πηγαίνουν εκεί που είναι να πάνε μέσω δαιδαλωδών λαβυρίνθων, αφήνοντας αναγνώστες σαν τον υποφαινόμενο σαν εκκρεμή. Την τελευταία δεκαετία κατατάσσω και τον Καταλανό συγγραφέα σε αυτήν την ”ομάδα” που έχω φτιάξει μέσα μου.

Για να γράψει κανείς ένα μυθιστόρημα δε χρειάζεται φαντασία, μα μνήμη, συνδυάζοντας αναμνήσεις είπε σε κάποια στιγμή ο Μπολάνιο στον Θέρκας. Και έτσι το ιστορικό μυθιστόρημα έγινε -σε συνάρτηση και με τα απαραίτητα ανθρώπινα βοηθήματα- κάτι πολύ μεγαλύτερο και βαθύτερο. Και φτάνοντας στο τέλος όπου καταλαβαίνεις ποιος ήταν ο πραγματικός ήρωας, μου γεννήθηκε μια συνεχιζόμενη σκέψη για αυτούς τους άγνωστους …αντί-ήρωες της ζωής. Κάποιοι από αυτούς δε χάνονται για πάντα στη λήθη, μιας και πέρα από τη μνήμη των συντρόφων τους, των ανθρώπων τους, βρίσκεται κάποιος που τους ξαναδίνει ζωή. Ο Θέρκας έδωσε στον Αντόνιο Μιράλλες -τον άνθρωπο που χάρισε τη ζωή σ’ έναν φασίστα και όχι όποιον και όποιον- μια ονειρική υπόσταση που βασίστηκε σ’ ένα τραγούδι, ένα πάσο ντόμπλε (Pasodoble), που έπαιζαν 2 τσιγγάνοι στο τρένο. Αναστεναγμοί της Ισπανίας (Suspiros De Espana) λεγόταν και εκείνο ακριβώς τραγουδισμένο 60 χρόνια πριν σ’ ένα στρατόπεδο της Καταλονίας γέννησε μια μοναδική στιγμή, έναν στρατιώτη να χορεύει με ντάμα …το όπλο του τραγουδώντας για την ευλογημένη γη γεμάτη αρώματα και πάθος, σαν τριανταφυλλιά. Ο πόνος, το συναίσθημα, πασπαλισμένα με τις ελπίδες της ζωής μπορεί να φέρουν στο νου μια ηλιαχτίδα. Σε μένα που δεν έζησα ποτέ κάτι τόσο έντονο όσο ο πόλεμος, η ξενιτιά, ο εμφύλιος σπαραγμός, εκείνη η σκηνή καθώς και όλο το μυθιστόρημα του Θέρκας μου θύμισε κάποιον που επίσης είχε χαθεί στη λήθη αλλά επανήλθε στη μνήμη.

Ίσως να μην είχε φτάσει ποτέ ούτε καν στο κατώφλι της, αλλά έλα που η καλή μουσική κάπου, κάποτε δικαιώνεται. Όσο υπήρξε ενεργός μεταξύ των χρόνων 1967-1972 ελάχιστοι ασχολήθηκαν μαζί του, ίσως ήταν …passe για μια πόλη που φημίζεται στα πέρατα της γης για τη Motown, την άγρια πλευρά της (MC5, Stooges, Amboy Dukes, Up κλπ), τη groovy εκδοχή της (George Clinton, Dennis Coffey) τα rock n roll νιάτα της και τα Blues … γηρατειά της, μα κυρίως για τις μηχανές της, είτε μουσικές (Techno) είτε πάνω σε ρόδες (Ford, Chrysler), είτε αθλητικές (Pistons). Πολλοί την ξέρουν ως Motor City, όλοι ως Detroit και από εκεί ξεκινάει η πορεία του δικά μας ”ήρωα”. Γεννήθηκε από Μεξικανούς εμιγκρέδες που είχαν φτάσει στην περιοχή μαζί με τα μεταναστευτικά ρεύματα των Ισπανόφωνων. Ήταν το 6ο παιδί της οικογένειας, εξου και το όνομα του και κάποια στιγμή έπιασε τη μουσική, όχι τυχαία, μιας και σπίτι ο πατέρας του έπαιζε και τραγουδούσε. Παράλληλα στο ευρύτερο Michigan, η musica Tejana έχει εξαπλωθεί μαζί με τους αυξημένους Chicanos που έρχονταν από το Τέξας συνήθως. Κάποτε κάπως παιχνιδιάρικα βαφτίστηκε musica Michigana, παρόλα αυτά οι περισσότεροι νεολαίοι μουσικόφιλοι άγγιζαν άλλα ιδιώματα πιο φρέσκα και κοντινά στις ανάγκες τους. Έτσι τον καιρό που ο “ήρωας” μας εξωτερικεύει την ανάγκη του να εκφραστεί μουσικά, ένας άλλος συνομήλικος του κάνει το μπαμ. Το 96 Tears από το πουθενά, ξαφνικά είναι παντού και μέσα στο φθινόπωρο του ’66 οι 5 νεαροί Chicanos βρίσκονται στην κορυφή των charts. Είναι οι Mysterians με leader τον Ruby Martinez, ή πιο γνωστό ως ?, παιδιά που από το Texas μετανάστευσαν ως το Saginaw του Michigan. Φυσικά η μουσική βιομηχανία είναι εφήμερη και αδηφάγα και καταπίνει γρήγορα τους περισσότερους αστέρες της, μαζί με ολόκληρα ιδιώματα, προς χάριν νέων. Έτσι το Garage Rock φεύγει και μια σειρά από group χάνονται, και μαζί τους οι ? and the Mysterians. 

Την ίδια περίοδο ο “ήρωας” μας, μόνος με μια κιθάρα, παίζει σε μπαράκια του Detroit, έχοντας γνωρίσει έναν τύπο που του υπόσχεται μεγάλες στιγμές, δίσκους επιτυχία και τα συναφή. Αυτό που μένει εν τέλει είναι απλά ένα single που μέσα σ’ όλα παραποιεί και τ’ όνομα του, για να μη νομίσει κανείς πως εδώ παίζει ένας Λατίνος. Έτσι ή αλλιώς ανάμεσα σε Garage & Soul γκρουπάκια, αποτυγχάνει να δώσει το στίγμα του και συν αυτό η εταιρεία κλείνει. Ο Rod Riguez όπως αναφερόταν σ’ εκείνο το single στην Impact records του Harry Balk, χάνει μια ευκαιρία, αλλά προχωράει. Γράφει τραγούδια και παίζει σε διάφορα μέρη. Εκεί τον βρίσκουν ένα βράδυ 2 άνθρωποι και πείθονται να τον υπογράψουν στο label το οποίο εκπροσωπούν. Η ιστορία πια είναι πασίγνωστη, όλοι έχουν παρακολουθήσει -ή έστω ξέρουν περί τίνος πρόκειται- το ντοκιμαντέρ Searching For Sugar Man.

Ο Sixto Rodriguez είναι μια φιγούρα αγαπητή και αναγνωρίσιμη παγκοσμίως πια, έχουν περάσει 8 χρόνια από την πρώτη προβολή της ταινίας Δεν ξέρω ακριβώς γιατί, ίσως η ταυτόσημη ηλικία του με τον Μιράλλες, η λήθη των ανθρώπων του για εκείνον και η ξαφνική επανεμφάνιση του να με έκαναν να τους ταυτίσω. Από την άλλη βέβαια ο Rodriguez δεν άλλαξε ποτέ, τόπο, τρόπο ζωής, σπίτι. Ζούσε τη ζωή του, ακόμα και αν στη Βραζιλία των 70s ξεκίνησαν να διασκευάζουν τραγούδια του -λόγω ενός single του που εκδόθηκε εκεί- ακόμα και αν έκανε 2 μεγάλες περιοδείες στην Αυστραλία το 1979 και το 1981, η πρώτη δισκογραφήθηκε κιόλας, ενώ νωρίτερα είχε εκδοθεί μια συλλογή του μόνο εκεί. Άλλωστε οι σχέσεις των Aussies με το Michigan είναι γνωστές και καθοριστικές (βλέπε Lee Gordon και κυρίως Deniz Tek). Και ακόμα φυσικά και αν τον υποδέχθηκαν ως μεσσία στη Νότια Αφρική το ’98. Ακολούθησαν συναυλίες ανά τον κόσμο καθώς και αρκετές διασκευές στα τραγούδια του. Αν το σκεφτεί και το ψάξει καλύτερα κανείς, θα δει πως είχε το χάρισμα να μεταλαμπαδεύει υπογείως. Έτσι έφτασε ανώνυμα ως το Festivalbar το ’72 στην Ιταλία και το ίδιο αθόρυβα απήλθε. Ο παραγωγός του 2ου του album Steve Rowland τον πήγε στο Λονδίνο για να ηχογραφήσει τον δίσκο και αργότερα τον ξανάφερε στην Ευρώπη. Μάλιστα με τη μπάντα του, τους Family Dog διασκεύασε 5+1 τραγούδια του στο επίσης 2ο LP τους The View From Rowland’s Head. Είμαστε στο 1972 και μ’ ένα μαγικό τρόπο που μόνο το σινεμά δύναται, οι πορείες 2 ανθρώπων, ενός Ισπανού δημοκρατικού στα τελευταία του, ξεχασμένου από τους πάντες μακριά από την πατρίδα του και ενός Chicano απ’ το Detroit, ενώνονται.

Βρε τον παλιόγερο, ακόμα το θυμάται.

Τι σημαίνει?

Αυτό με τη Στόκτον? Έχεις δει τη Fat City ?

Ναι.

Στον Μιράλλες άρεσε πολύ το σινεμά …μερικές φορές πήγαινε στο Καστελντεφέλς και σ’ ένα απόγευμα έβλεπε τρεις ταινίες …κάποια μέρα τον συνάντησα στο δρόμο, ήπιαμε μια ορτσάτα και μετά μου πρότεινε να πάω μαζί του σινεμά. Μια που δεν είχα τίποτα καλύτερο να κάνω, πήγα. Τώρα μπορεί να ακούγεται σαν ψέμα ότι σ’ ένα παραθεριστικό χωριό έπαιζαν μια ταινία του Χιούστον, όμως τότε αυτά τα πράγματα συνέβαιναν. Ξέρεις τι πάει να πει Fat City, κάτι σαν πόλη των ευκαιριών ή φανταστική πόλη ή ακόμα καλύτερα τι πόλη! Ε λοιπόν τι ειρωνεία, γιατί η Στόκτον, η πόλη της ταινίας είναι απάνθρωπη, όπου δε δίνονται ευκαιρίες σε κανέναν, παρά μόνο στην αποτυχία …κανένας από τους δύο πρωταγωνιστές δε μπορεί να ρίξει καν μια γρήγορη ματιά στην επιτυχία, ούτε κανένας άλλος, όπως εκείνος ο γέρος και τελειωμένος Μεξικάνος μποξέρ που κατουράει αίμα πριν ανέβει στο ρινγκ, ενώ μπαίνει και βγαίνει μόνος του απ’ το στάδιο σχεδόν στο σκοτάδι. Τέλος πάντων εκείνο το βράδυ πήγαμε στο μπαρ καθίσαμε στη μπάρα  παραγγείλαμε μπύρες κάτσαμε εκεί κουβεντιάζαμε και πίναμε μέχρι πολύ αργά και κάποια στιγμή ο Μιράλλες είπε ότι και ‘μείς θα είχαμε την ίδια κατάληξη, αποτυχημένοι μόνοι και ελάχιστα γνωστοί σε μια απάνθρωπη πόλη κατουρώντας αίμα, πριν βγούμε στο ρινγκ για να παλέψουμε μέχρι θανάτου με την ίδια μας τη σκιά σ’ ένα άδειο στάδιο …Μπολάνιο θα τα πούμε στη Στόκτον μου ψιθύρισε μέσα στην κοιμισμένη σιωπή του κάμπινγκ.

Μείναμε σιωπηλοί, φαντάζομαι ότι ο Μπολάνιο περίμενε κάποιο σχόλιο από μένα, όμως εγώ δε μπορούσα να κάνω κανένα σχόλιο γιατί έκλαιγα.

Αυτή η Fat City -που αποτελεί το θέμα του διαλόγου μεταξύ Θέρκας και Μπολάνιο- του μέγα John Houston λοιπόν, βγήκε στις αίθουσες το 1972 και έχει μια …εσάνς από μουσική μιας και -πέραν του τραγουδιού Help Me Make It Through The Night του Kris Kristoferson- είναι παρμένη από την αργκό των Αφροαμερικάνων μουσικών της Jazz, ως ο ορισμός της επιτυχίας. Αυτήν την …καλή έψαχνε και ο Rodriguez, αλλά την έπιασε πολύ αργότερα, αντίθετα την είχε χάσει οριστικά ο Μεξικάνος μποξέρ που κατουρούσε αίμα. Στην ταινία τον φώναζαν Lucero, το πραγματικό του όνομα όμως είναι …Sixto Rodriguez! Όταν το είδα έμεινα άλαλος με το στόμα ανοιχτό και αφού συνήλθα ξεκίνησα να ψάχνω. Τελικά ο Sixto είναι Πορτορικανός στην καταγωγή, γεννημένος στην Καλιφόρνια το ’37 και υπήρξε επαγγελματίας μποξέρ την περίοδο 1956-1964. Τούτη ήταν η μοναδική του συμμετοχή στο πανί. Ολόκληρο το όνομα του είναι Sixto Rodriguez Noriega. Το 1972 λοιπόν ο άλλος Rodriguez ολοκληρώνει τις προσπάθειες του για καριέρα, μιας και το 2ο LP του πατώνει εμπορικά, ενώ το 3ο μένει ανολοκλήρωτο. Επέρχεται καλλιτεχνική σιωπή, πέραν κάποιων συναυλιών όπως προαναφέραμε, μέχρι να τον εντοπίσει ο Malik Bendjelloul, ένας νεαρός Αλγερινο-Σουηδός (φαίνεται στις ιστορίες που ”έμπλεξα” η διπλή ταυτότητα είναι κανόνας). Το όσκαρ –που κέρδισε το film- δεν άλλαξε τη ζωή κανενός, αντίθετα ένα χρόνο αργότερα ο Malik αυτοκτόνησε στα 36 του, πέφτοντας στις γραμμές του τρένου. Από την άλλη ούτε ο Sixto άλλαξε τίποτα, μήτε σπίτι, μήτε συνήθειες, ενώ δεν παρευρέθηκε ούτε καν στην τελετή απονομής, και μιας και δε διαθέτει τηλεόραση δεν την παρακολούθησε. Και κυρίως δεν εκμεταλλεύτηκε την επιστροφή του για να βγάλει τα σπασμένα ή τα …απωθημένα του. Ούτε δίσκο δεν έχει βγάλει, μόνο που και που εμφανίζεται ζωντανά.

Ίσως να μην είχαν συμβεί όλα αυτά αν 2 νέοι παραγωγοί δεν παρευρίσκονταν ένα βράδυ σ’ ένα μπαράκι του Detroit. Οι Mike Theodore και Dennis Coffey εργάζονταν τότε για λογαριασμό της Sussex records, είδαν και κατάλαβαν το ποιόν του Rodriguez. Ενός ανθρώπου που μπορούσε να παίξει στο πολλαπλό ταμπλό του ήχου του Detroit, της Folk τραγουδοποιίας και της προσωπικής του κοσμοθεωρίας, ταιριάζοντας το ρυθμικό, το πολιτικό και το συναισθηματικό. Καθήμενος να φτιάξω μια εκπομπή αφιερωμένη στα 80α γενέθλια του Coffey λοιπόν, όλα αυτά μου ήρθαν στο μυαλό και τα μοιράστηκα μαζί σας. Ίσως το ότι και οι δύο ανήκουμε στο ζώδιο του Σκορπιού, η θύμηση από την πρώτη φορά που άκουσα το τιτάνιο πόνημα του Scorpio και η πολύπλευρη ενασχόληση του με τη μουσική, όλα αποτελούν λόγους για να εμβαθύνει κανείς στο έργο του λευκού στο δέρμα, μαύρου στην καρδιά και …καφέ στην ταυτότητα Dennis. Να είναι σίγουρος πως θα βρεθεί στην καρδιά των Inner City Blues, going down a dirty inner city side road.

Σπύρος Καλετσάνος (Noir)


← All Posts for Show Hello world!