Escape The Human Myth
του Σπύρου Καλετσάνου (εκπομπή Noir)
(HUMBA, τεύχος 25)

Ολλανδία, δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, Nozems (οι ντόπιοι Teddy Boys), Provos, Kabuters, καταλήψεις, οικολογία και (λευκά) ποδήλατα, Amsterdam, ναρκωτικά, hooligans και μπάλα (Cruyff, Ajax, οράνιε και τα ρέστα). Ξεχάσαμε τίποτα; Φυσικά, τη μουσική και εν γένει τις τέχνες (τη ζωγραφική κυρίως). Από τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια οι «πορτοκαλί» μπαίνουν δυναμικά, μπλέκοντας τους ήχους των αποικιών, τη λαϊκή τους παράδοση, τη δυτική μουσική και τα κλασσικά-πειραματικά-ηλεκτρονικά ηχοτοπία. Από κει στα 50s δημιουργείται μια πρώτη «σκηνή» που θα μπορούσε να ονομαστεί Early Dutch Electronic Music, με μορφές σαν τον σπουδαίο Tom Dissevelt. Στα 60s γίνεται το μπαμ, μ’ εκείνα τα καταπληκτικά group σαν τους Q 65, Motions, Shocking Blue, Focus, Group 1850, Flairck κ.ά. που από το beat και το rhythm & blues έφτασαν ως το progressive και το jazz-rock των 70s. Και φτάνουμε στα ’76-’77, που ενώ στη γειτονική Αγγλία έχει σκάσει το punk, στην Ολλανδία ακόμα δεν ακούγεται τίποτα. Όταν λέμε τίποτα, φυσικά εννοούμε μόνο μουσικά, μιας και στα υπόλοιπα (καταλήψεις, μια τρόπον τινά «αναρχική» θεώρηση των πραγμάτων που επέζησε από τα χρόνια των provos, απόρριψη της εξουσίας και του μικροαστισμού και μια καταστασιακή αντίληψη περί τέχνης) οι Ολλανδοί ήταν πιο μπροστά από τους Βρετανούς. Σίγα σιγά θα ακουμπήσουν και την D.I.Y φάση και μαζί με τη μουσική θα εισέλθουν στο punk. Το δισκοπωλείο No Fun (που υπήρξε παράλληλα και εταιρεία δίσκων) και κάποια μικρά label (Scramble, Gramschap, De 1000 Idioten), δίνουν την ευκαιρία σε νέα group να ηχογραφήσουν.

Παράλληλα με χώρους συναυλιών (καταλήψεις, αλλά και χώροι όπως τα DDT 666, NoName και το πασίγνωστο Paradiso) και fanzines (όπως το Attack και το Koecrandt), γεννάται η νέα σκηνή. Εκείνη τη χρονιά (το ’77), όταν και ένα-ένα τα punk group έρχονται για live στην Ολλανδική πρωτεύουσα (5/1/77 οι Sex Pistols και ακολουθούν οι Boomtown Rats, Ramones, Clash, Talking Heads) ένας ζωγράφος που εν τω μεταξύ είχε ήδη ηχογραφήσει ένα single (το ’73 ως Dick Pollack το ψυχεδελικό Hey Everybody/Deep In My Heart, στη Negram) μπαίνει σ’ ένα παλαιοπωλείο του Άμστερνταμ, όπου ανακαλύπτει ένα παλιό φυλλάδιο με κατασκευές meccano. Η εν λόγω τεχνοτροπία μοντέλου κατασκευών, που ξεκίνησε στην Αγγλία στις αρχές του 20ού αιώνα, βάζει τον ζωγράφο Dirk Polak σε νέα μονοπάτια. Αρχικώς στους καμβάδες του και από κει στην αναζήτηση ήχων που θα «ντύσουν» το νέο κόσμο που γεννήθηκε μέσα του. Το όχημα που θα εξελίξει την όλη φάση, θα έχει το ίδιο όνομα με ένα c λιγότερο, δηλαδή Mecano. Παράλληλα ο Polak θα δημιουργήσει και το label της Torso, μαζί με τον Hansje Joustra (ιδρυτή της No Fun). Επίσημα και τα 2 (group & label) θα εμφανιστούν το ’79, αλλά τη διετία ’77-’78 γίνονται οι προπαρασκευαστικές ζυμώσεις με μουσικούς, όπως ο Pieter Kooyman, μαζί με τον οποίο θα ηχογραφήσουν ένα single. Το Face Cover Face/Tools θα εκδοθεί σε 7’’ από την No Fun το ’78 και στο λευκό φόντο του εξωφύλλου θα αναγράφει με κοκκινο-πράσινα γράμματα Mecano Ltd. Εδώ τα πράγματα είναι πρωτόλεια και γκαζιάρικα, εντελώς punk λογικής. Ένα χρόνο μετά, η σταθερή σύνθεση του group είναι γεγονός και οι Mecano ξεκινούν ως κανονική μπάντα. Συναυλίες και ηχογραφήσεις, κάνουν γνωστή προς τα έξω την ταυτότητά τους: ποίηση, ζωγραφική, πολιτική, βιομηχανικός μινιμαλισμός και ένα πολύμορφο ηχητικό πλαίσιο (punk, new wave, πειραματισμοί, αλλά και ακορντεόν, βιολιά και synthesizer), σε συνάρτηση με την πολύ εκφραστική φωνή του Dirk.

Αρχικά οι Mecano κινούνται στα Anarcho-Punk μονοπάτια που χάραξαν οι Βρετανοί (Crass, Mob, Poison Girls) και ασπάστηκαν τα περισσότερα εκ των τοπικών group της πρώτης φουρνιάς. Παράλληλα στην Ολλανδική σκηνή κυριαρχεί η φιγούρα του γραφίστα και κομίστα Joost Swarte, που φτιάχνει τα logo των No Fun και Torso και σχεδιάζει εξώφυλλα αρκετών δίσκων, μεταξύ των οποίων και των Mecano (1ο single και στα 2 πρώτα EP τους, Subtitled και Untitled). Είναι γεγονός πως η όλη φάση, συνδέθηκε αρκετά με καλλιτεχνικά ρεύματα, όπως το graffiti, τα comic και η ζωγραφική. Έτσι σ’ αυτά τα μονοπάτια, προχωράει και ο Dirk Polak, μπολιάζοντας με «τέχνη» ότι κάνει, όχι όμως με ακαδημαϊκό τρόπο, αλλά απλοποιώντας τους όρους. Μέχρι το 1983 το group ηχογράφησε (πέραν των 2 EP Subtitled και Untitled και του 45αριού) ακόμα 2 single, έβγαλε 1 συλλογή, αλλά κυρίως εξέδωσε το αυτοπορτραίτο του. Το εμβληματικό Autoportrait (1982 – Torso) περιέχει 7 κομμάτια (συν ένα έξτρα στις 3 Γαλλικές επανεκδόσεις) και είναι ένα σκοτεινό, ποιητικό, νοσταλγικό και εντέλει ευρωπαϊκό αριστούργημα. Είναι η πραγματική Ευρώπη: των λαών, των επαναστάσεων, των τεχνών και της πολυσυλλεκτικής μουσικής. Όταν βγήκε αυτός ο δίσκος ακολούθησε σιωπή, είναι ίσως ο πιο αποτελεσματικός τρόπος να δηλώσεις πως έφτασες στο απόγειο της δημιουργικότητας σου. Κάτι αντίστοιχο (σε διαφορετικό πλαίσιο) έκανε και ο ποιητής Vladimir Mayakovsky, ο οποίος αφού έγραψε το ποίημα χωρίς τίτλο, αυτοκτόνησε. Πού κολλάει όμως αυτός ο σπουδαίος Ρώσος, θα πει κάποιος. Αυτό του το ποίημα, το μελοποίησαν οι Ολλανδοί ως Untitled και με τη συντροφιά ενός ακορντεόν (και όχι μόνο) μας το σέρβιραν με όση φαντασία μπορεί να χωρέσει κάτι τόσο φανταστικό! Έτσι στη συνέχεια η παρέα των Mecano, έχοντας εξαντλήσει τα θέλω της, έσπασε σε κομμάτια.

Είμαστε στο πρώτο μισό των 80s και ενώ -όσον αφορά το mainstream (club, ραδιόφωνα, mtv κλπ)- ακούγονται (επιεικώς) βλακείες, στο underground επιτελείται κοσμογονία. Ειδικά στις Κάτω Χώρες υπάρχει μια έκρηξη δημιουργικότητας: Nits, Ex, Tuxedomoon (μεταγραφή εκ San Francisco), Names, Red Zembra, Minny Pops, Legendary Pink Dots, αλλά και οι (πιο άγνωστοι) Minimal Compact, Flue κ.ά. Τα 2 τελευταία σχήματα μαζί με τις solo ηχογραφήσεις των μελών του group, αποτέλεσαν τη συνέχεια των Mecano. Οι Minimal Compact, 3 Ισραηλινοί που άφησαν το Tel-Aviv για το Amsterdam (φιλοξενήθηκαν για λίγο στο σπίτι του Dirk) και εν τέλη κινήθηκαν μεταξύ Βρυξελλών και Λονδίνου. Ο Polak συνεργάστηκε μαζί τους, παίζοντας διάφορα όργανα, τραγουδώντας και κάνοντας παραγωγή στο 1ο EP (ομότιτλο) & LP (One By One) αντίστοιχα της μπάντας, τη διετία 81-82. Μάλιστα το πρώτο τους live έγινε με αφορμή μια έκθεση ζωγραφικής του Dirk. Ως το 1988 που διαλύθηκαν έβγαλαν αρκετά άλμπουμ, κάνοντας ένα κάποιο όνομα (αν προσέξετε θα τους ακούσετε και στα Φτερά του Έρωτα του Wenders). Η μπασίστρια τους Malka Spigel, γνωρίστηκε, συνεργάστηκε και εντέλει παντρεύτηκε με τον Colin Newman (ιδρυτή της μπαντάρας των Wire). Απ’ την άλλη οι Flue, στους οποίους συμμετείχε ο Cor Bolten (παλιό μέλος των Mecano), ηχογραφούσαν στην Torso, label του Dirk, ο οποίους τους έκανε και παραγωγή στο πρώτο από τα 2 LP τους. Έτσι συνεχίστηκε η ζωή παράλληλα/μετά τους Mecano. Ο Polak έκανε μερικές ακόμα παραγωγές (De Div, Thought, Bazooka) και αφοσιώθηκε στη ζωγραφική. Τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας έβαλαν το χέρι τους σε διάφορες ηχογραφήσεις, με τα 2 πειραματικά solo LP του Ton Lebbink να ξεχωρίζουν στα 80s, όπως και οι δουλειές του Mick Ness (κατοπινού συνεργάτη της μπάντας που συνεργάστηκε με τον Dirk).

Είναι η εποχή όπου αναδύεται το λεγόμενο Ultra movement σ’ ένα από τα εκατοντάδες κανάλια της Ολλανδικής πρωτεύουσας, στο club Octopus. Το «κίνημα» παίρνει στοιχεία από το post-punk, τις τέχνες και την αισθητική του τοπικού περιοδικού Vinyl που εξέδιδε σε κάθε τεύχος flexi δισκάκια με μπάντες σαν τους Mekanik Kommando, Nexda, Minny Pops, Mecano, αλλά και αντίστοιχες Βρετανικές. Παράλληλα η εταιρεία Lebel Period εκδίδει κασέτες, όπως η live συλλογή Ultra (με ηχογραφήσεις από το Octopus). Για την όλη αυτή φάση που κράτησε λίγα χρόνια, ο Harold Schellinx, μουσικός διαφόρων group (όπως τωνYoung Lions), εκδότης του Vinyl και συγγραφέας, έγραψε το βιβλίο Ultra. Για όποιον ενδιαφέρεται η ιστοσελίδα luifabriek.com, διαθέτει μια σειρά από πολύ ενδιαφέροντα άρθρα-συνεντεύξεις με υπότιτλο: Digging up Dutch Undergrounds (ανάμεσα στα οποία και μία συνέντευξη του Polak). Λίγο νωρίτερα μέσα σε όλη την κοσμογονία που συντελείτο στο Amsterdam, εμφανίζονται ο Hugo Kaagman και η παρέα του, ξεκινώντας τη «μόδα» του graffiti. Φυσικά το ’78-’79 δεν ήταν καν μόδα και καλά καλά δεν είχε ξεκινήσει ως αντιπροσωπευτικό δείγμα της Hip Hop κουλτούρας στη Νέα Υόρκη. Το ντοκιμαντέρ Kroonjuwelen του 2006, περιέχει την ιστορία των τοίχων της πόλης από το ’78-’05. Ο Kaagman αποτέλεσε μια από τις εξέχουσες μορφές της punk/αυτόνομης σκηνής, ως ιδρυτής του fanzine Koecrandt, του club DDT 666 και του κοινωνικού χώρου-gallery ANUS (που αργότερα μετατράπηκε στο OZON και το ZEBRA house). Στο The Graffiti Capital of the World, μπορεί κανείς να διαβάσει πώς όλα τα κομμάτια του παζλ ενώνονται και συνθέτουν έναν μικρό, αλλά πολύμορφο κόσμο. Λίγο αργότερα όλα αυτά μαθεύτηκαν και εκτός των συνόρων, με άρθρα όπως αυτό του Andy Gill (ο δημοσιογράφος και όχι ο συνονόματος των Gang of Four) στο NME: Why not to hate the dutch κι ένα σωρό τραγούδια σαν τα Pass the Dutchie (Musical Youth), Kurious Oranj (Fall), New Amsterdam (Elvis Costello) κ.ά.

Κλείνουμε την παρένθεση, πηγαίνοντας στο 1995, όταν επανεμφανίζεται μια κυκλοφορία των Mecano. Είναι το bootleg A Shapeless Volume, με 8 κομμάτια, 4 δικά τους ακυκλοφόρητα απ’ το 1981 και άλλα τόσα του Tejo Bolten, μέλους του group από τη solo κασέτα του Untitled της ίδιας χρονιάς. Την επόμενη χρονιά ξαναεμφανίζεται η παρέα του Dirk, αυτή τη φορά στη διπλή συλλογή Half Inch Universe, που εκδίδει η δική μας Lazy Dog Records του Μπάμπη Αργυρίου. Ήδη οι γνώστες και post-punk μύστες είχαν προϊδεαστεί με τις «διεθνείς» κυκλοφορίες/επανεκδόσεις της εταιρείας από τη Θεσσαλονίκη (Astronauts, Deep Freeze Mice, Zounds, Patrik Fitzgerald, Mob, 17 Pygmies, Yo). Οι Mecano τους οποίους γνώριζαν ελάχιστοι τότε στην Ελλάδα (οι περισσότεροι τους μπέρδευαν με τους ομότιτλους Ισπανούς νέο-ρομαντικούς), έγιναν λίγο πιο γνωστοί και σιγά-σιγά «έχτισαν» μια σχέση με τη χώρα μας. Αυτό έγινε κυρίως στο δεύτερο μισό της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα, μιας και στις αρχές των 00s, ο Polak εμφανίζεται με τους Ολλανδούς Zilweren Eeuw, ώσπου να επέλθει το σοκ που του άλλαξε τη ζωή. Ήταν η δολοφονία του φίλου και συνεργάτη του, Theo Van Gogh.

Μετά την ολοκλήρωση του μικρού μήκους film Submission, το 2004, ο συγγενής του γνωστού ζωγράφου Vincent Van Gogh, δολοφονείται από έναν μουσουλμάνο, καθότι η ταινία του πραγματευόταν θρησκευτικά ζητήματα και ως γνωστών οι πιστοί-πρόβατα όλων των θρησκειών, ενοχλούνται αν τους πάρεις το σανό που τους ταΐζουν. Μετά το θάνατο του φίλου του και τον χωρισμό με τη γυναίκα του, ο Polak αποφασίζει να κάνει τον πόνο και τα σκοτάδια του δημιουργία και μπαίνει στη διαδικασία να επανενώσει τους Mecano, 22 χρόνια μετά. Ουσιαστικά η Life’s Re-Union του group, ήταν μια επιθυμία του Van Gogh, ο οποίος συνεχώς τσιγκλούσε τον Polak, λέγοντας του πως οι Mecano είχαν πολλούς fan, ειδικά στο εξωτερικό (Γαλλία, Ελλάδα, Ισραήλ). Έτσι το 2005 κυκλοφορούν το Snake Tales For Dragon (στη δική τους MutantJasz). Εδώ παίζουν μόνο οι Polak & Bolten, δημιουργώντας έναν πιο ηλεκτρονικό ήχο και αφιερώνουν το κομμάτι November 2 στον Van Gogh (ημέρα της δολοφονίας του). Η νέα αρχή έγινε και από εκεί και πέρα τα πράγματα παίρνουν τον δρόμο τους, με τον ερχομό τους στην Ελλάδα και το πρώτο live της μπάντας έπειτα από 24 χρόνια: Μαλακάσα, Rockwave Festival, 11/7/2006 και 500 άνθρωποι νωρίς το απόγευμα (ξανά)ερωτεύονται αυτό το σπουδαίο group. Ως αποτέλεσμα ακολουθούν και άλλες συναυλίες στη χώρα μας που θα αποτελέσουν κομμάτι του επόμενου δίσκου της μπάντας, Those Revolutionary Days. Βγήκε το 2007 σε διπλό CD από τη Mutantjasz και εδώ εμφανίζεται η Ελληνίδα σοπράνο Viviana Delendas (Βιβιάνα Γιαννάκη-Δελένδα ελληνιστή) από το live στο Μύλο. Στο δίσκο, με μια ιδιαίτερη ατμόσφαιρα εμφανίζεται και το κομμάτι Nikη αφιερωμένο σε μια κοπέλα, που όπως είπε σε μια συνέντευξή του ο Polak, του έμαθε τη λέξη χαρμολύπη, που έγραψε πάνω στο λευκό του πουκάμισο στο live της Μαλακάσας. Δε γνωρίζω αν είναι η ίδια κοπέλα την οποία ερωτεύτηκε και έζησε μαζί της για ένα χρόνο στην Αθήνα, πάντως η λέξη αντιπροσωπεύει πλήρως τα συναισθήματα που σου γεννάει η μπάντα. Ο Dirk εκείνο το χρόνο ζωγράφιζε και εμφανίστηκε και σε μια θεατρική ομάδα. Αυτή η σχέση του με τη χώρα μας συνεχίστηκε με την παραγωγή του (παρέα με τον Tejo Bolten) στους δικούς μας Delightful, τη συμμετοχή του στην Κασέτα της Sunny Μπαλτζή (διασκευάζοντας το δικό του Links) και μ’ ένα mix στο ραδιοφωνικό σταθμό Rodon 95 FM το 2007, με αγαπημένα του 60s κομμάτια.

Παράλληλα με όλα αυτά, υπάρχει το συγκρότημα των Sophya (με πρώην μέλη των Mecano), το ντουέτο των Polar Twins, το πέρασμά του από το ντοκιμαντέρ Ulay (του 2013 που γύρισε ο Damjan Kozole για τον ομώνυμο Γερμανό καλλιτέχνη, φίλο του Dirk και για χρόνια συνεργάτη της Marina Abramović) κι ένα βιβλίο που έγραψε, με τίτλο Mecano: een muzikaal egodocument. Βγήκε το 2011 και πρόσφατα έβγαλε και δεύτερο, το Suicity (και τα δύο εκδόθηκαν μόνο στα Ολλανδικά). Το 2014 οι Mecano, που διαλύθηκαν το 2013, επανεμφανίζονται ως Mecano Un-Ltd, με τη συμμετοχή του Mick Ness, δίπλα στον Polak και το album Presents: Erector Set – Rebuilt. Ο δίσκος ουσιαστικά ηχογραφήθηκε το 1997 και τον επεξεργάστηκαν στην εταιρεία Out Of Print. Απ’ την άλλη ο πρώην διόσκουρος Tejo Bolten εμφανίστηκε και αυτός στη χώρα μας και κρατάει πια μόνος του, το «brand name» Mecano. Τελευταία παρουσία τους σε δίσκο (ως Mecano Un-Ltd.) ήταν το live-bootleg Live at The Paradiso, Amsterdam 28-04-2014. Στον ίδιο χώρο στις 25/2/2016 εμφανίστηκαν στη γιορτή για τα 40 χρόνια του Ολλανδικού punk. Παρόλα αυτά όμως, η Wikipedia δε τους έχει ανακαλύψει ακόμα, όπως γράφει και στις σημειώσεις του βιβλίου του, Έχω όλους τους δίσκους τους, ο Μπάμπης Αργυρίου. Ποτέ δεν είναι αργά βέβαια και αν θέλετε να αποδράσετε από τον ανθρώπινο μύθο, βουτήξτε κι εσείς στον ατμοσφαιρικό, ιδεαλιστικό και μελαγχολικό κόσμο του Dirk Polak και της παρέας του. Άλλωστε οι Mecano, σ’ έναν δίκαιο κόσμο, θα κατείχαν εξέχουσα θέση, μεταξύ group σαν τους Magazine, Pere Ubu, Durutti Column κ.α. πολύ γνωστότερών τους.

*Το κείμενο γράφτηκε για λογαριασμό του περιοδικού HUMBA, τεύχος 25 (χειμώνας 2017, σελ 92-94)