του Σπύρου Καλετσάνου (Noir)

1968: ένας κόσμος, ή έστω ο μισός, σε έκρηξη. Φοιτητές, εργάτες, αντάρτες πόλεων και αγρών και ένας πόλεμος σε πλήρη εξέλιξη, που ενώνει τους απανταχού διαμαρτυρόμενους, νέους, ειρηνιστές, αριστερούς, κομμουνιστές κλπ, απέναντι στον εχθρό και υπέρ φυσικά του outsider. Στο Βιετνάμ δεν πυρπόλησαν μόνο το ρύζι, όπως τραγουδούσε ο Σαββόπουλος το ’66, αλλά και αμάχους, παιδιά, γέρους και γριές, γυναίκες, τραυματίες, ζώα και μια υπέροχη φύση. Έτσι ξεκίνησε ένα κίνημα αλληλεγγύης στον Βιετναμέζικο λαό, που γρήγορα εξαπλώθηκε πέρα από τους συνήθεις υπόπτους, σε όλες τις τάξεις και τις πολιτικές ιδεολογίες. Οπότε λογικό ήταν πως όλο αυτό θα πέρναγε και στις τέχνες, αρχικά με μέτρο και εν τέλη μαζικά. Όμως εστίασε κυρίως στη …χάρτινη τίγρη και στα πεπραγμένα του κινήματος στα Αμερικάνικα κέντρα ή στους νεκρούς στρατιώτες της. Η άλλη πλευρά υπήρξε απούσα ή έπαιζε συμπληρωματικό ρόλο τις περισσότερες φορές, κάτι που διαπίστωσα ξανά φτιάχνοντας το mixtape που θα βρείτε στο τέλος του κειμένου.

Η αντίληψη της δύσης είναι αυτή που προβάλει το νικητή ή στην προκειμένη περίπτωση τον δυνατό, μιας και ”νικητής” μετά από μια 20ετή σύρραξη δεν υπήρξε. Και αυτό γιατί το τύποις ανεξάρτητο Βιετνάμ από το ’45, έπρεπε να περιμένει 30 χρόνια, 2 πολέμους, αυτόν της Ινδοκίνας με τους Γάλλους (1945-1954) και τον επακόλουθο με τις Η.Π.Α., φτώχεια, χιλιάδες νεκρούς και πλήρη λεηλασία των εχόντων του, για να κερδίσει την ελευθερία του. Η φρίκη νίκησε, the horror που έλεγε και ο Kurtz στην Αποκάλυψη Τώρα, όπως ‘’νίκησε’’ και ο μέγας Ho Chi Minh, παρότι είχε πεθάνει πριν ολοκληρωθεί η μάχη. Γι’ αυτόν γράφτηκαν ωδές και στη δύση, όπως και για το σθένος των Vietcong, εμένα όμως που με ενδιαφέρει πιο πολύ η …ενδοσκόπηση, το συναίσθημα και η ουσία, με κέρδισε ένα τραγούδι που φαινομενικά δεν έχει σχέση με την πολεμική σύρραξη.

Το ωραίο όταν βουτάς στον κόσμο των βιβλίων δεν είναι μόνο πως μορφώνεσαι, ψυχαγωγείσαι, μαθαίνεις, αλλά και πως μπορεί να αλλάξει η ζωή σου, έτσι απλά καθώς οι λέξεις περνούν μπροστά από τα μάτια σου. Όταν διάβασα για πρώτη φορά τον Ωκεανό του Ήχου του David Toop, είδα έναν ολόκληρο νέο κόσμο να απλώνεται εμπρός μου και συνάμα μια ”κοσμοθεωρία” να αλλάζει. Ο …άλλος κόσμος υπάρχει και έδινε και δίνει τα φώτα του με πάμπολλους τρόπους στη δύση. Μιας και η μουσική είναι το θέμα, το βιβλίο καταδεικνύει τις επιρροές της ανατολής και όλου του τρίτο-τέταρτου κόσμου στο ambient, τη jazz, το rock, την ηλεκτρονική μουσική, την κλασσική, το dub, το industrial κ.ο.κ. Αυτό που έγινε μόδα και …είδος στα 80s/90s, ως world music και ethnic, υπήρχε πολύ νωρίτερα ως τάση. Αφορούσε βέβαια κάποιους ανθρώπους που έβλεπαν μπροστά ή πέρα από τον κόσμο που οριοθέτησαν άλλοι. Έτσι μουσικοί της jazz άρχισαν να επανεφευρίσκουν τη μητέρα Αφρική, άλλοι να ανακαλύπτουν τους μουσικούς πλούτους της Κούβας, της Βραζιλίας, της Ινδίας, της Ιάβας κ.ο.κ.. Πριν από αυτούς ήταν μερικοί σπουδαίοι συνθέτες που προσέγγισαν αυτές τις ”τροπικές” κουλτούρες, στο προλογικό σημείωμα του βιβλίου ο Toop γράφει: η ημέρα που ο Debussy άκουσε μουσική από την Ιάβα στην έκθεση του Παρισιού το 1889 μοιάζει ιδιαίτερα συμβολική. Από εκείνη τη στιγμή -που κατά τη γνώμη μου σηματοδοτεί την αρχή της μουσικής του 20ου αιώνα- οι επιταχυνόμενες επικοινωνίες και οι πολιτιστικές αντιπαραθέσεις έγιναν το σημείο εστίασης της μουσικής έκφρασης. Αργότερα η σκυτάλη πέρασε σε πειραματιστές σαν τον Stockhausen για να προχωρήσουν βήματα μπροστά. Εκεί λοιπόν στην Κολωνία των mid 60s ο μεγάλος Γερμανός συνθέτης, επιδίδεται σε μεγαλεπήβολα κολάζ, κόβοντας και ράβοντας από εθνικούς ύμνους (Hymnen), μέχρι ήχους από όλα τα μέρη του πλανήτη (Telemusik), συνεχίζοντας όσα έστρωσε η musique concrete. Sound collage, tape loops, sampling είναι πια 80 χρόνια μετά την εμφάνιση τους έννοιες κοινές σε όσους αγαπούν ή κάνουν μουσική. Για να περάσουν όμως στο μαζικό, πρώτα ήταν πρωτοπορία και μετά κάποιοι τσίμπησαν λίγους σπόρους και τους έβαλαν στην pop κουλτούρα (Beatles, Zappa, Can, Kraftwerk, Lee Perry, King Tubby, Brian Eno κλπ). Έτσι πήγε το πράγμα και πολύ λογικό, μιας και ο Stockhausen είχε μαθητές, εκείνοι να συνεχίσουν το έργο του, έστω και από άλλα μονοπάτια. Όλα είχαν όμως μια οικουμενικότητα και την … μουσική παράφραση της ρήσης του Karlheinz: Κάθε άνθρωπος εμπεριέχει μέσα του όλο το ανθρώπινο είδος.

Ο Holger Czukay είναι πασίγνωστος ως μπασίστας των Can και για μια σειρά συνεργασίες του (Jah Wobble, David Sylvian, Brian Eno, Orb). Η πρώτη του –δημοσιευμένη- δουλειά όμως, τη χρονιά που έκλεινε τα 30, το ’68, ήταν και η πιο αντιπροσωπευτική της μαθητείας του, με αυτόν που -κατά τον Μαρξιστή μουσικό Cornelius Cardew- υπηρετούσε τον ιμπεριαλισμό (το βιβλιαράκι κυκλοφορεί και στα μέρη μας από τις εκδόσεις ουαπίτι). Παρέα με τον Rolf Dammers, ο Czukay έφτιαξε ένα album πρωτοπόρο, με ανοιχτές κεραίες, ώτα, ορίζοντες και συμβολικό. Το Canaxis 5 ηχογραφήθηκε το ’68, εκδόθηκε το ΄69 από τη Music Factory σε 500 μόλις αντίτυπα και ξανά το ’82, περιλαμβάνοντας ένα κομμάτι ανά πλευρά, συν ένα ακόμα μικρό στην επανέκδοση του σε cd το ’95 (το Mellow Out). Το ομότιτλο Canaxis που καταλάμβανε τη b side, προέρχεται από τα αρχαία χρόνια, όταν η λέξη σήμαινε κουδουνίζω, ηχώ μεταλλικά και αιωρείται σε ένα χρονικό βάθος από το σήμερα (τότε) των ηλεκτρονικών τοπίων, ως τα βάθη του χρόνου διαμέσω της αρχέγονης παράδοσης των Cham, φυλής από την ευρύτερη περιοχή της ΝΑ Ασίας και κουβαλώντας gong και πνευματικές δοξασίες. Ένα 20λεπτο κομμάτι που απλώνεται και σε τυλίγει, κάτι που κάνει και το εναρκτήριο 17λεπτο Boat Woman Song.

Εδώ η μαγεία ξεκινά από το μεσαιωνικό Rondet de Carole του Adam De La Halle (αν και άλλοι υποστηρίζουν πως είναι το Offertorium του Pierre De La Rue), περνώντας στις γυναικείες Βιετναμέζικες φωνές, που σκάνε σαν χορωδία θρήνων και ακολουθούνται από άλλες αντρικές. Πέραν του ότι σαμπλάρονται πολύ ταιριαστά και ομαλά, μπορούν να παρομοιαστούν με μια Γαλλοβιετναμέζικη κηδεία, φέρνοντας αλληγορικά στο νου την Ινδοκίνα και το Ντιεν Μπιεν Φου ή τις διαπραγματεύσεις στο Παρίσι του ’68, εν μέσω Μάη. Οι Czukay/Dammers πήραν τις φωνές μέσα από τη συλλογή της Folkways: Music Of Viet Nam (1965), προσαρμόζοντας το θρησκευτικό και το πολυφωνικό με το αιθέριο και ατμοσφαιρικό (αυτό που αργότερα βαφτίστηκε ambient). Η ηχογράφηση παρότι πιστώνεται μόνο στα Inner Space Studios εκεί όπου ξεκίνησαν οι πρόγονοι των CAN Inner Space, πάραυτα έλαβαν χώρα –έστω και στη ζούλα- και σε αυτά της τοπικής ραδιοτηλεόρασης (WDR), εκεί δηλαδή που έδρασε ο δάσκαλος των 2 μουσικών που απάρτιζαν το Technical Space Composer’s Crew. Είναι η εποχή που οι CAN ηχογραφούν το Delay 1968 (εκδόθηκε το ’81) και το Monster Movie και η κοσμική (Kosmische) μουσική εγκαινιάζεται σαν μια τάση με πολλές προεκτάσεις, αυτό που οι Άγγλοι ονόμασαν αργότερα Kraut δηλαδή. Στα 70s θα έρθει να συνεπάρει πολύ κόσμο και να εμπνεύσει τις επόμενες γενιές, μέσω των διαφορετικών προσεγγίσεων με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο, ενίοτε ταξιδιάρικο, κοσμικό, σκληρό, ηλεκτρονικό, jazzy, funky, ψυχεδελικό, ανατολίτικο, ατμοσφαιρικό, πολιτικοποιημένο, λαϊκό. Αρκεί να αφεθείς και θα σε συνεπάρει το όλον.

Κοιτώντας το εξώφυλλο του δίσκου βλέπεις ένα ανατολίτικο(?) γυναικείο χέρι να κρατά ένα τσιγαριλίκι, οπότε μπορείς να συνδέσεις το canaxis με το cannabis ή σαν προάγγελο-άξονα της πανδαισίας των CAN που ερχόταν, canaxis. Νομίζω όμως πως πιο ταιριαστό είναι το αρχαίο καναχέω, που συμβολίζει τον μεταλλικό ήχο κατά τον Όμηρο. Από την επική Ιλιάδα και τον πόλεμο της Τροίας, ως τον πόλεμο του Βιετναμ 32 αιώνες αργότερα, αυτό που άλλαξε ήταν η τεχνολογική εξέλιξη. Το 1968 μεταλλικός ήχος ήταν οι βόμβες, οι πυροβολισμοί των στρατιωτών, αλλά και οι προσμίξεις ηλεκτρονικών και ‘’συμβατικών’’ ήχων στη μουσική, ότι κάνουν δηλαδή εδώ οι Czukay & Dammers.

Το παρόν κείμενο γράφτηκε με αφορμή την συμπλήρωση 45 ετών από την επίσημη λήξη του πολέμου του Βιετνάμ, στις 30 Απρίλη του 1975. Ακολουθείται και από ένα mixtape που κανονικά –αν δεν υπήρχε τεχνικό πρόβλημα- θα γινόταν εκπομπή, με ανάγνωση του βιβλίου Ιστορία του Λαού των Ηνωμένων Πολιτειών του Howard Zinn και συγκεκριμένα από το 18ο κεφάλαιο «Η ανέφικτη νίκη Βιετνάμ».

Επίσης στο link που ακολουθεί μπορεί κανείς να βρει μια διεξοδική αναφορά σε τραγούδια σχετικά με εκείνον τον πόλεμο: https://rateyourmusic.com/list/JBrummer/vietnam-war-song-project/


← All Posts for Show Noir