Στις 24 Φλεβάρη του 1961 και στο Palais des Sport του Παρισιού, διεξάγεται το πρώτο μεγάλο Γαλλικό rock ‘n΄ roll festival (Premier festival international de rock). Εκεί εμφανίζονται οι Johnny Hallyday, Little Tony, Bobby Rydell και άλλοι. Στο κοινό κάνουν την εμφάνισή τους μαυροντυμένοι νέοι με λαδωμένα μαλλιά, κοκοράκια, φαβορίτες και μαύρα δερμάτινα μπουφάν. Στις 18 Ιούλη όταν και πραγματοποιείται το 2ο festival, είναι και πάλι εκεί, έτοιμοι να συγκρουστούν και να σπείρουν το χάος. Το ίδιο και στις 18 Νοέμβρη του ’61, στο 3ο και τελευταίο μέρος. Είναι οι ονομαζόμενοι Blousons Noirs, τα “μαύρα μπουφάν” δηλαδή, η δράση και η επιρροή των οποίων, θα απασχολήσει το παρόν κείμενο.

Στη μεταπολεμική Ευρώπη και τα μεγάλα αστικά κέντρα, τα οποία αναπτύσσονται με γοργούς ρυθμούς, γεννιούνται ομάδες νέων που αντιτίθενται στις παραδοσιακές αξίες. Κόντρα σε γονείς, δασκάλους και όλη την παλιά γενιά (“μην εμπιστεύεστε κανέναν πάνω από 30” ήταν ένα από τα μότο του Μάη του ’68), παίζουν ξύλο, κλέβουν, χορεύουν σε rock ‘n’ roll ρυθμούς και τη βρίσκουν σε σφαιριστήρια και καφέ με τζουκμπόξ. Άλλωστε μόνο το rock ‘n’ roll απευθυνόταν στα ζόρικα παιδιά των προαστίων. Cha Cha, Mambo, Twist, Chanson, Calypso και λοιπές χορευτικές/μουσικές μόδες υπήρξαν σπουδαίες μεν, αλλά ακίνδυνες μορφές διασκέδασης, που αφορούσαν κυρίως τη μεσαία τάξη. Τα γκέτο, η πλήξη, η εφηβεία, η ανεργία, η ρουτίνα, οδηγούν δεκάδες οργισμένους νέους να δημιουργήσουν συμμορίες.

Ήρωες τους, ο Marlon Brando (“Wild One”), ο James Dean (“Rebel Without A Cause”), οι μαθητές της “Ζούγκλας Του Μαυροπίνακα”, οι “μοιραίοι” των film noir, οι Αμερικάνοι Greasers, οι Βρετανοί Teddy Boys και λίγο αργότερα ο Άγγλος rocker Vince Taylor. Αυτός ο τελευταίος, μετά από μια χούφτα single την τετραετία ’58-’61 στο Λονδίνο, φτάνει στο Παρίσι παρέα με τη μπάντα του, τους Playboys (ως Bobby Woodman Noise). Ντυμένος στα μαύρα, με βαμμένα μάτια και το μενταγιόν στο λαιμό, συνεπαίρνει τα πλήθη με τις φιγούρες του, το στυλ και τα τραγούδια του. Η πρώτη του εμφάνιση πέρα από τη Μάγχη έγινε στις 7 Ιούλη του ’61 στο θέατρο Olympia. Ενίοτε κατευνάζει το πλήθος ή η απουσία του δημιουργεί εντάσεις (όπως έλεγε κάποιος νέος μετά από επεισόδια). Στις αρχές της δεκαετίας του ’70, μετά από χρόνια στην αφάνεια, όταν και έμπλεξε με το LSD και τον Χριστό, επανήλθε στο προσκήνιο. Σε μια συναυλία του στο Bataclan (γνωστό club του Παρισιού, που έγινε πέρυσι γνωστότερο, για τους λάθος όμως λόγους) το ’72 επανεμφανίζεται και μαζί του επιστρέφουν οι μαυροντυμένοι rockers. Οι Blousons Noirs, όπως έγραφε ο δημοσιογράφος Francois Jouffa (το απόσπασμα το τσίμπησα από το Ποπ+Ροκ 257 και το κείμενο του Κώστα Αρβανίτη για τον Vince Taylor), 10 χρόνια μετά, με τις ελπίδες τους διαψευσμένες, τις επιθυμίες τους καταπνιγμένες, έχοντας φάει κλοτσιές στον πισινό και προσβολές, ένιωθαν όλη τους την απέχθεια να επιστρέφει. Ένα παιδί έφαγε κλωτσιά στο στομάχι και αλυσίδα στα μούτρα, αυτοκίνητα σπάστηκαν και έγιναν επεισόδια. Ο Taylor, ποτέ δεν ενέκρινε τη βία των μαυροντυμένων, συνέχισε όμως να φοράει δερμάτινα και να τραγουδάει κομμάτια σαν και το “L’Homme A La Moto”, διασκευή (που πρώτη στη Γαλλία έκανε η Edith Piaf το ’56) του “Black Denim Trousers And Motorcycle Boots” των Leiber-Stoller (πρωτοηχογραφήθηκε το ’55 από διάφορους, όπως τους doo-wopers Diamonds ή τους Cheers). Αργότερα εν μέσω punk, psychobilly και garage/rockabilly αναβιώσεων, αρκετοί νέοι της εποχής ακολούθησαν την αισθητική των μαύρων μπουφάν, που φυσικά αποτελεί παλιά ιστορία, όπως αφηγείται και ο –πάλαι ποτέ ηγέτης των Deviants- Mick Farren στο βιβλίο “Μαύρο Δερμάτινο Μπουφάν” (εκδ. Στύγα).

Η σχέση βίας-νεολαίας υπήρξε ανέκαθεν στενή. Αρκετές ομάδες που ταυτίστηκαν με την υποκουλτούρα χρησιμοποίησαν βία σε διάφορες μορφές, όπως π.χ. παρουσιάζεται από τον Anthony Burgess στο βιβλίο –μετ’ έπειτα ταινία του Kubrick– “A Clockwork Orange”, στο φιλμ “Warriors” (1979, Walter Hill) ή όπως οι Teddy Boys και αργότερα οι Rockers έπρατταν στην Αγγλία. Μπορεί κανείς να ονομάσει αυτούς τους μαχητές των δρόμων όπως θέλει, άλλωστε κάθε εποχή έχει τους δικούς της, από τους Απάχηδες των αρχών του 20ού αιώνα μέχρι τους Beurs των Παρισινών γκέτο των ’80s/’90s (βλέπε “Το Μίσος”, με το “σημασία δεν έχει η πτώση, αλλά η πρόσκρουση”). Φυσικά, η βία δεν είναι ποτέ αθώα και κάθε πράγμα έχει δύο όψεις. Πολλοί Noirs/Rockers/Teds κλπ. υπήρξαν ρατσιστές, φασίστες, ομοφοβικοί, μισογύνηδες ή απλά στυγνοί χουλιγκάνοι που τα έσπαγαν χωρίς καμία συνείδηση, απλώς γιατί… έτσι κάνουν οι ροκάδες.

Η περίοδος ’60-’63, που στη Γαλλία συνδυάστηκε με τον πόλεμο της Αλγερίας (εντός και εκτός συνόρων), υπήρξε έντονη. Οι κλασικοί χώροι rock συναυλιών στο Παρίσι (Olympia, Palais des Sports), θα υποστούν την οργή και το μένος των νεαρών Blousons Noirs, με αποκορύφωμα την 22α Ιούλη του ’63. Ο ραδιοφωνικός σταθμός Europe No1 και το περιοδικό Salut Les Copains (“Στην υγειά των νέων”) διοργανώνει μια υπαίθρια συναυλία στην πλατεία Place de la Nation. Εκεί καταφθάνει ένα πλήθος 150.000 νέων, διψασμένων για rock ‘n’ roll (ή ye ye όπως ονομαζόταν η γαλλική pop της εποχής). Όλη η Γαλλία ανακαλύπτει τους μαυροντυμένους, οργισμένους και άγριους νέους, που επιδίδονται σε βανδαλισμούς, κλοπές και κυνηγητό με τους μπάτσους. Οι άγριοι χορεύουν, καπνίζουν, φιλιούνται, σκίζουν καθίσματα, οι μπάτσοι χαζεύουν (όπως αφηγείται και ο Άλκης, στα “Κουρέλια” του Νικολαΐδη). Μετά τη λήξη της συναυλίας, κάποιες ομάδες νεαρών παίζουν κλέφτες και αστυνόμους δημιουργώντας χάος. Την επόμενη μέρα, τα ΜΜΕ ξεκινούν την –κλασική– υστερία για τους ταραξίες των προαστίων, τις συμμορίες και τα “όπλα” τους και την παραστρατημένη νέα γενιά.

Η Γαλλία υπήρξε και είναι ακόμα, η μεγαλύτερη φαν της αμερικάνικης κουλτούρας. Από τον κινηματογράφο, το μπάσκετ (που πρώτη αυτή έπαιξε στην Ευρώπη), το noir (ταινίες και βιβλία) μέχρι κυρίως τη μουσική. Από την προπολεμική jazz και τα blues, τους μουσικούς που βρήκαν τη γη της επαγγελίας τους εκεί, τους zazous (προφέρονται “ζαζού” και πήραν το όνομά τους από το κομμάτι “zah zuh zaz” του Cab Calloway), ομάδες νέων που κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου πολέμου αγάπησαν με πάθος το swing και την ελευθερία του πνεύματος. Στα ’50s όταν και έσκασε το rock ‘n’ roll, η Γαλλία υπήρξε από τις πρώτες χώρες που ασχολήθηκε με το νέο αυτό ρυθμό/είδος/κοινωνικό φαινόμενο. Μετά το EP “Graine De Violence” του Bill Haley (ο οποίος εμφανίστηκε ζωντανά στο Παρίσι το ’58) που βγήκε αποκλειστικά στη Γαλλία από την τοπική CID το ’55, το 1956 εμφανίστηκαν αρκετές ηχογραφήσεις από άσχετους και σχετικούς με τον ήχο αυτό: Michel Legrand, Henri Salvador, Mac Kac, Marcel Bianchi, Magali Noel & Claude Piron, έδωσαν τη σκυτάλη σε πιο “καθαρούς” ροκάδες σαν τον Johnny Hallyday, τον Άγγλο Taylor, τους Les Chats Sauvages του Dick Rivers, τους Les Chaussettes Noires του Eddy Mitchell και τους Les Blousons Noirs από το Μπορντό.

Αυτοί οι τελευταίοι, αποτέλεσαν μια από τις πολλές αναφορές στους Γάλλους rocker των early ’60s, που διέθεταν την ίδια ονομασία. Θεωρούνται πια ένα από τα πρώτα garage-punk group (παρότι φυσικά τότε, την τριετία ’60-’62, δεν είχαν ακόμα εμφανιστεί τέτοιες ορολογίες). Με 3 EP στο ενεργητικό τους από το label της Guilain, το 1ο ως Les Blousons Noirs De La Chanson, το “Youpi Rock” του 1960 και τα “Special Twist” και “Hey Pony” του 1961 (αυτά τα 2 μαζί, υπάρχουν στη συλλογή του 2007 της Born Bad Records, Les Blousons Noirs 1961-1962). Με το ίδιο όνομα, ένα γκρουπ επίσης από το Μπορντό, συνόδευσε τον Tony March σ’ ένα EP του ’61. Στη γειτονική Αγγλία, εμφανίζεται ένα σπάνιο EP το ’62, όπου τέσερα 18χρονα αγόρια από το Marlborough, ως Les Blousons Noirs, ηχογραφούν το “Hits”. Στα ’80s εμφανίζονται στην Ιταλία οι γκοθάδες Blusons Noirs.

Την ίδια περίοδο, αναφορές στους Noirs εμφανίζονται σε διάφορα γαλλικά φιλμ, όπως το “Samedi Soir” (1961, Yannick Andréi), όπου ο Sacha Distel υπογράφει τη μουσική. Στο EP-soundtrack υπάρχει και ένα κομμάτι με τίτλο “Les Blousons Noirs.” Επίσης τα “Les Tricheurs” (1958), “Terrain Vague” (1960) και “La Chemin De La Mauvaise Route” (1962), όλα του Marcel Carne, το “Le Jetee” του Chris Marker (1962) και το “Les Coeurs Verts” του Edouard Luntz (1966), έμμεσα ή πιο άμεσα αναφέρονται σ’ αυτούς. Άλλωστε την εποχή που έσκασε σαν σίφουνας η “σχολή” της Nouvelle Vague, το κύριο θέμα των Godard, Truffaut και σία ήταν η νέα γενιά και μια φρέσκια ματιά στον κόσμο. Μάλιστα το περιοδικό Presence Du Cinema (1959-1967) τον Απρίλη του 1960 βγήκε με τον τίτλο “Le Cinema Des Blousons Noirs”, αφιερωμένο εξ ολοκλήρου στον rock ‘n’ roll κινηματογράφο και τις νεανικές υποκουλτούρες με τα δερμάτινα μπουφάν (όχι μόνο της Γαλλίας). Το 2004 βγαίνει η ταινία “Violent Days” της Lucile Chaufour, ενώ το 2015 εμφανίστηκε στη γαλλική τηλεόραση και ένα καινούργιο ντοκιμαντέρ, το “Les Blousons Noirs: Les Rebelles Sans Cause”.

Η πρώτη φορά που εμφανίστηκε ο όρος “Blouson Noir” ήταν το καλοκαίρι του ’59 στην εφημερίδα Francois Soir στις 27 Ιούλη μετά από μάχες συμμοριών στο 15ο διαμέρισμα του Παρισιού και διάφορες ακόμα συμπλοκές. Η βία ήδη από τα μέσα της δεκαετίας εμφανίζεται στους δρόμους και σε συναυλίες, όπως αυτή του Louis Armstrong το ’55, του Bill Haley το ’58 και πολύ περισσότερο από το 1960 και έπειτα. Και επειδή η ηλιθιότητα χτυπάει αρκετές φορές την εξουσία, ο αρχι-μπάτσος της πρωτεύουσας Maurice Papon (πάλαι ποτέ φασίστας, μέλος της κυβέρνησης του Βισύ, ο οποίος το ’61 διέταξε τη σφαγή των Αλγερινών εμιγκρέδων στο Παρίσι, διαβάστε οπωσδήποτε το καταπληκτικό βιβλίο “Έγκλημα και Μνήμη” (εκδ. Πόλις) του Ντιντιέ Ντενένξ), εξέφραζε τη γνώμη πως έπρεπε να απαγορευτεί το rock ‘n’ roll, ώστε να διασφαλιστεί η δημόσια ειρήνη!

Στη μουσική τώρα, υπάρχουν αρκετές αναφορές στους Blousons Noirs. Η πρώτη που βρήκα είναι σ’ ένα flexi disc του γαλλικού περιοδικού Sonorama από τον Σεπτέμβρη του ’59 (εδώ περιέχονται και οι δηλώσεις του Papon). Το ’63, κομμάτια με αυτόν τον τίτλο ηχογραφούν ο Duke Ellington, ο Bobby Gutesha (Γιουγκοσλάβος bandleader που ηχογράφησε το κομμάτι στην Ιταλία) και η Petula Clark με τη συνοδεία της ορχήστρας του Tony Hatch για λογαριασμό του soundtrack της ταινίας “À Couteaux Tirés”. Την ίδια πάνω-κάτω χρονική περίοδο ηχογραφούν δύο Γάλλοι, ο Pere Didier το “La Complainte du Blouson Noir” και η Pauline Julien το “Βlouson Noir”. Από κει και πέρα στα ’70s, ο κωμικός Coluche, ο συνθέτης κινηματογραφικής μουσικής Francois De Roubaix και οι Jean-Claude Naude & Claude Gousset στη συλλογή “April Orchestra Vol.13” θυμούνται τα ζόρικα παιδιά με τα μαύρα. Στα ’80s, μαζί με τις αναβιώσεις, εμφανίζονται και πάλι οι noirs, εν αρχήν στο 1ο single των Γάλλων μεταλλάδων Attentat Rock. Στα μέσα της δεκαετίας, οι αναφορές συνεχίζονται από τον Ιταλό Ivan Graziani, τους Γάλλους ροκαμπιλάδες Les Rolls και τους Ολλανδούς Jazzmen Cadavre Exquis. Στα ’90s οι Γάλλοι πάνκηδες Molodoï, ενώ τα τελευταία χρόνια το jazz trio του Theo Ceccaldi και πέρυσι οι Aaron.

Οι Noirs σύχναζαν σε μέρη σαν την discotheque-club “Golf Drouot”. Ο Gilbert Becaud στο τραγούδι του “L’archange Du Golf Drouot” του 1984 (3 χρόνια έπειτα από το κλείσιμο του club) συμπεριλαμβάνει σχεδόν όλο το γαλλικό rock ‘n’ roll. Τον εαυτό του, τον Vince Taylor, τον Johnny Hallyday και φυσικά τα Μαύρα Μπουφάν. Ένα από τα πρώτα κομμάτια του Γαλλικού rock ‘n’ roll που συμπεριλαμβάνει τους Noirs ανήκει και πάλι στον Becaud. Είναι το “Age Tendre Et Tete De Bois” του 1960. Μάλιστα με τον ίδιο τίτλο, το ’61, θα ξεκινήσει και μια μουσική εκπομπή στη γαλλική τηλεόραση. Αρκετά ακόμα τοπικά rock κομμάτια, όπως τα “Et La Voix D’Elvis” του Eddy Mitchell, “Gwendoline” των Sales Majestes, “Saint Rock” του Jean Yanne, τους αναφέρουν στους στίχους τους.

Πέρα από τη μουσική και τον κινηματογράφο, αρκετά βιβλία κοινωνικού περιεχομένου γράφτηκαν γι’ αυτούς στη Γαλλία. Στα ελληνικά τώρα, μιας και δεν κατέχουμε ούτε στο ελάχιστο τη γαλλική (δυστυχώς για το παρόν κείμενο, αλλά ευτυχώς για όλα τα υπόλοιπα), προ 12ετίας, βρήκα ένα βιβλίο-εγκυκλοπαίδεια, ονόματι “Ο Αιώνας των Ανατροπών”. Γαλλική έκδοση του ’99 που μεταφράστηκε και εκδόθηκε στην Ελλάδα από τις εκδόσεις ΟΞΥ. Εκεί υπήρχαν διάφορες αναφορές σε νεανικά κινήματα και ομάδες, που συνδέθηκαν με τη βία και την εξέγερση, τη μόδα και την επανάσταση και τις συμμορίες των προαστίων. Εκεί υπάρχει και το μοναδικό –που βρήκα εγώ– κείμενο στα ελληνικά (έστω μεταφρασμένο) για τους Noirs. Όποια άλλη αναφορά γίνεται συνήθως έμμεσα ή το πολύ σε δυο αράδες.

Πρώτοι οι Καταστασιακοί, στην μπροσούρα “Η Μιζέρια Των Φοιτητικών Κύκλων” (στα ελληνικά από τη σειρά ΠΕΖΟΔΡΟΜΙΟ της Διεθνούς Βιβλιοθήκης) του ’66 τους μνημονεύουν. “Στο πιο στοιχειώδες επίπεδο οι blousons noirs, σε όλες τις χώρες, εκφράζουν με τη μεγαλύτερη φαινομενική βία, την άρνηση της αφομοίωσης τους. Όμως ο αφηρημένος χαρακτήρας της άρνησης τους δεν τους αφήνει καμιά πιθανότητα να ξεφύγουν από τις αντιφάσεις ενός συστήματος, του οποίου είναι το αυθόρμητο αρνητικό προϊόν. Ξεπετάγονται από όλες τις πλευρές της σύγχρονης τάξης πραγμάτων. Περιφρονούν την εργασία, όμως δέχονται τα εμπορεύματα. Ο κόσμος των B.N. καταλήγει υποχρεωτικά στην επαναστατική συνειδητοποίηση ή στην τυφλή υποταγή, στην πειθαρχία του εργοστασίου”. Μετά το τέλος της παραγράφου, αναφέρονται οι Ολλανδοί Provos, ως οι πρώτοι που ξεπέρασαν την εμπειρία των Blousons Noirs και άλλων αντίστοιχων τέτοιων ομάδων στην Ευρώπη και κατάφεραν να οργανωθούν πολιτικά. Απ’ ότι φαίνεται, κάτι τέτοιο έλπιζαν και είχαν κατά νου οι ομάδες (Αναρχικοί, Αριστεριστές, Φοιτητές, κλπ.) που έδρασαν τον Μάη.

Οι Blousons Noirs ήταν για τους Καταστασιακούς οι αυθεντικοί απόγονοι του Dada, ριζοσπαστικό κομμάτι της μητροπολιτικής νεολαίας, με συχνά παραβατική συμπεριφορά. Κάτι ανάλογο με την “άγρια νεολαία” ή τους χούλιγκαν των μετέπειτα χρόνων. Το συγκεκριμένο (που το τσίμπησα από το δίκτυο), είναι απόσπασμα ενός κειμένου για τον Μάη & τους Καταστασιακούς, που μεταφράζεται από την ομάδα, εκ Θεσσαλονίκης, για τη διάδοση της μεταδοτικής λύσσας.

Ένα τραγούδι που μέλη της CMDO (συμβουλίου για τη διατήρηση των καταλήψεων) τραγουδούσαν τότε:

Στα οδοφράγματα του Γκαι-Λυσσάκ
Με τους λυσσασμένους επικεφαλής
Εξαπολύσαμε την επίθεση
Α, θεέ μου, τι γιορτή!
Ηδονιζόμασταν στα πεζοδρόμια
Βλέποντας τον παλιό κόσμο να καίγεται.
Αυτά αποδείξανε, Καρμέλα,
Ότι η κομμούνα ζει.
Για να έχουν φως οι αγωνιστές
Βάζαν φωτιά στ’ αυτοκίνητα
Ένα σπίρτο, και εμπρός,
Ποίηση του πετρελαίου.
Και πού να ‘βλεπες τους κρανοφόρους
Να τους ξεροψήνονται τα κωλομέρια!
Τα πολιτικοποιημένα μπλουζόν νουάρ
Κατέλαβαν τη Σορβόννη
Για ν’ αμφισβητήσουν και να σπάσουν
Δεν φοβόντουσαν κανέναν.
Κι εφόσον η θεωρία πραγματωνόταν
Λεηλατήσαμε τα μαγαζιά.
Ότι παράγεις σου ανήκει
Μόνο τα αφεντικά κλέβουν
Άμα πληρώνεις στο μαγαζί
Πιάνεσαι κορόιδο.
Περιμένοντας την αυτοδιεύθυνση
Θα κάνουμε την κριτική του πλακόστρωτου.
Όλα τα κόμματα, τα συνδικάτα
Και η γραφειοκρατία τους
Καταπιέζουν το προλεταριάτο
Όσο και η μπουρζουαζία
Ενάντια στο κράτος και τους συμμάχους του
Ας δημιουργήσουμε εργατικά συμβούλια
Το συμβούλιο για τις καταλήψεις
Έφτυνε τους τροτσκιστές
Τους μαοϊκούς κι άλλους μαλάκες
Εκμεταλλευτές των απεργών.
Την επόμενη φορά θα χύσουν αίμα
Οι εχθροί της ελευθερίας.
Τώρα που οι εξεγερμένοι
Γυρνάνε στην επιβίωση
Στην πλήξη, στην καταναγκαστική εργασία
Στις ιδεολογίες
Θα σπείρουμε για ευχαρίστηση μας
Κι άλλα λουλούδια του Μάη που θα βγάλουνε καρπούς
Κι αυτό για ν’ αποδείξουμε, Καρμέλα,
Ότι η Κομμούνα ζει.

Το συμβούλιο για τη διατήρηση των καταλήψεων (CMDO), ήταν μια προσωρινή ένωση Καταστασιακών, λυσσασμένων και ριζοσπαστών που έδρασε στη διάρκεια της εξέγερσης, στοχεύοντας στην υπεράσπιση και τη διεύρυνση της αυτοδιάθεσης ενάντια στις γραφειοκρατικές και επαναφομοιωτικές τάσεις, και τη ριζοσπαστικοποίηση του κινήματος. Στα οδοφράγματα της οδού Guy-Lussac οι φοιτητές πέτυχαν μια ιστορική νίκη απέναντι στην αστυνομία, γεγονός που σε μεγάλο βαθμό οφειλόταν τόσο στη συμμετοχή εργατών και “blouson-noir” στις οδομαχίες όσο και στην απουσία των κομματικών γραφειοκρατών λόγω της σύλληψης κάποιων από αυτούς τις προηγούμενες μέρες (από το ίδιο κείμενο με τίτλο Θυμάσαι).

Φυσικά, Μάης και γενικώς εξεγέρσεις χωρίς “αρχηγούς-μαϊντανούς” δε γίνεται, οπότε ο κόκκινος Ντάνι, που μετά έγινε πράσινος, αλλά πάντα ήταν άχρωμος, δε θα μπορούσε να ξεχάσει τους Noirs. Στον “Αριστερισμό” (βιβλίο που έγραψε μαζί με τον αδερφό του, το ’68) κάνει μια μικρή αναφορά, ουσιαστικά αναπαράγοντας τις θέσεις των Καταστασιακών. Η παράγραφος εκείνη, σχεδόν ολόκληρη, αποτελεί το λήμμα για τους B.N. στο μαύρο λεξικό του Νίκου Πλατή (“Black Out”) : Blousons Noirs / Μαύρες μπλούζες. Έτσι αποκαλούσαν τους αντιρρησίες συνείδησης, τους Χούλιγκανς στο Βέλγιο & τη Γαλλία, στα χρόνια ’55-’60. Και αυτό γιατί συνήθιζαν να φορούν μαύρα πουκάμισα και πουλόβερ. Γράφει σχετικά ο Κον Μπεντίτ: “Προκαλούσαν ταραχές στους δρόμους, χωρίς κανένα φανερό κίνητρο ή αντικειμενικό σκοπό. Κατευθύνουν τα πυρά τους εναντίον της ζωής της μοντέρνας πολιτείας, της πληθώρας των εξίσου άγονων ευκαιριών διασκέδασης, του ζουρλομανδύα των μικροπρεπών περιορισμών και του αστυνομικού ελέγχου. Ο Blouson Noir αρνείται να συμβιβαστεί και επιπλέον περιμένει όλα τα αγαθά της καπιταλιστικής κοινωνίας να πέσουν στην αγκαλιά του: αυτοκίνητα, ηλεκτρικές κιθάρες, ρούχα και δίσκοι. Όμως αν και η μέθοδος του για την απόκτηση των θησαυρών –η κλοπή– χτυπάει τις ρίζες της κοινωνίας, από τη στιγμή που θα αρχίσει να απολαμβάνει τις ανέσεις της, ο B.N. είναι αρκετά ευτυχισμένος για να ριχτεί εύκολα σε μια ζωή ανιαρού κομφορμισμού”.

Οι Αγγλοσάξονες χρησιμοποιούν τον όρο Moral Panic, για όλα & όλους που ο κόσμος και η κοινωνία φοβάται και αποστρέφεται. Μάλιστα το ’72, ο κοινωνιολόγος Stanley Cohen έγραψε το βιβλίο “Folk Devils and Moral Panic”, αναφορικά με τους Mods & Rockers. Αντίστοιχα στη Γαλλία υπήρχαν οι Ye-Ye’s & Blousons Noirs, χωρίς όμως μεταξύ τους διαμάχες. Κατά έναν περίεργο, αλλά όχι ανεξήγητο λόγο, οι περισσότερες “φυλές” που αποστρέφεται η (δυτική) κοινωνία τα τελευταία 60 χρόνια φορούν μαύρα δερμάτινα μπουφάν. “I love my leather jacket and I wear it all the time”, που τραγουδούσαν κάποτε και οι Chills.

*Από τον Σπύρο Καλετσάνο. Ακούτε την εκπομπή Noir κάθε Πέμπτη στις 22:30. Αρχείο εκπομπών στο Mixcloud.