Τράπεζες, νομίσματα, καταχραστές χρήματος και εξουσίας. Αυτό είναι οι ειδήσεις εδώ και ένα χρόνο και μοιάζουν πάντα με εξαγγελία θανάτου, με θρίλερ ή με τις ταινίες για τα πάθη του Χριστού. Η Σαρακοστή θα μας πάει θαυμάσια φέτος λόγω αναγκαστικής διαίτης με mc fish από τα μακ ντόναλντς –ό, τι πάρεις με ένα ευρώ.

Το νόμισμα. Αυτό που έχει μια αξία που εμείς του δώσαμε και τώρα έχει αυτονομηθεί,όπως και ο χρόνος, κι εμείς κυνηγάμε το χρόνο που είναι χρήμα και το χρήμα που είναι χρόνος.

Και πίσω απ’ όλα αυτά που σήμερα μας καταδυναστεύουν υπήρχε ένα όνειρο πολλών ανδρών για μια πλούσια ζωή. Όραμα κάπου στα τέλη του εικοστού αιώνα όπου η άρχουσα τάξη κυβερνούσε όχι μόνο μέσα στη χώρα αλλά και στις αποικίες της. Την ιστορία την ξέρουμε πάνω κάτω. Ο υπανάπτυκτος κόσμος έχτισε με τον φυσικό του πλούτο αυτόν που σήμερα ονομάζουμε ανεπτυγμένο κόσμο. Σκοπός η απόκτηση των πάντων. Σκοπός η ευδαιμονία.

Αυτό που βλέπω είναι πώς αυτό το όνειρο στο διάβα του κατασπάραξε πολλούς ανθρώπους. Όχι μόνο τους πιο φτωχούς αλλά και τους πλούσιους. Γιατί τους έφαγε την ψυχή. Τους ρούφηξε τη δημιουργία. Όλα έγιναν αριθμοί και ο πόλεμος έγινε οικονομικός και αόρατος. Και τους βλέπεις από τις αυγές του 20ού αιώνα όπως τους απεικονίζει ο πίνακας του René Magritte,έστω και πολλά χρόνια μετά. Ίδιοι είναι άλλωστε, δεν άλλαξαν καθόλου. Τους βλέπεις και μέσα από την ερμηνεία του DiCaprio στο Revolutionary Road, χαμένος μέσα σε εκατομμύρια καπέλα με κουστούμια κατεβαίνει τα σκαλιά του κεντρικού σταθμού για να πάει στη δουλειά του, σε μια γιγάντια εταιρία, αλλά σ’ ένα μικροσκοπικό γραφειάκι.

Πιο ωραία για μένα, το ‘χει απεικονίσει μια πολύ παλιά ταινία. Γυρίστηκε το 1964 και αναφέρεται σε πολύ νεότερη περίοδο από τα προηγούμενα που τοποθετούνται κυρίως στη μεταπολεμική περίοδο. Μιλάω για τη Μαίρη Πόππινς, μια ταινία που ναι μεν γυρίζει γύρω από μια υπέροχη γκουβερνάντα που προσγειώνεται στο Λονδίνο του 1900 με τη μαγική ομπρέλα της, αλλά ρίχνει και μια ματιά στην Αγγλία του τότε. Εποχή του πρώτου φεμινιστικού κινήματος με τις σουφραζέτες και τα αιτήματά τους για δικαίωμα ψήφου, με τους καπνοδοχοκαθαριστές που στην πραγματικότητα πέθαιναν μέσα στις καμινάδες , με το σύστημα των τραπεζών και την αριστοκρατική τάξη. Η Τζέιν και ο Μάικλ λοιπόν παιδιά του μίστερ Μπανκς που δουλεύει σε μια από τις πιο δυνατές τράπεζες του κόσμου, κάποια μέρα πάνε στη δουλειά του πατέρα τους. Μια αγγλική πέννα, που είχε βάλει στην άκρη ο Μάικλ προκαλεί ολόκληρη αναστάτωση στην Τράπεζα.

Fidelity Fiduciary Banks

Ακόμα και την πέννα του Μάικλ ήθελαν. Την τελευταία. Όποια πέννα. Εκείνος όμως είχε σκοπό να μην την επενδύσει σε όνειρα παραφουσκωμένα, αλλά να τη δώσει στην παραμελημένη κυρία των σκαλιών της εκκλησίας και στα περιστέρια της.

Πάνω του έπεσαν οι τραπεζίτες του Μάικλ, πάνω μας έπεσαν και τώρα.

Όμως η καθημερινοτητά μας δεν είναι μόνο αυτή. Κάνουμε κι άλλα πράγματα και κυρίως δε σταματάμε να ζούμε. Ζωή υπήρχε και στους δύο μεγάλους πολέμους. Κόσμος γεννιόταν, κόσμος πέθαινε, κόσμος ερωτευόταν. Όπως στην ταινία The end of the affair, που o Maurice και η Sarah κάνουν έρωτα σ’ ένα νοικιασμένο δωμάτιο ενώ έξω ο κόσμος τραντάζεται από τις βόμβες που πέφτουν.

Όποια καταστροφή κι αν έρθει, τυφώνας, πόλεμος ή κρίση, θέλω να ελπίζω ότι θα ζήσω.

Ακόμα κι αν είναι σχέδιο όλο αυτό, θα αποτύχει. Ένα ρητό λέει πως, «You can fool some of the people all of the time, and all of the people some of the time, but you can not fool all of the people all of the time.»

Καμιά φορά νιώθω σαν τον Μάικλ που παίρνει την πέννα του απ’ τα χέρια του γλοιώδη ανέραστου γέρου τραπεζίτη και δίνει αξία εκεί που ο ίδιος πιστεύει.

Μπορεί να σκεφτείτε ότι όλα αυτά είναι μόνο ταινίες και ότι παρουσιάζουν τη ζωή ωραιοποιημένη και με χάπι-εντ. Όμως ακόμα και μετά το χάπι έντ αν υποθέσουμε ότι οι ήρωες της κάθε ταινίας αυτονομούνται ζουν πάντα πολλές δυσάρεστες περιπέτειες και πολλά χάπι-εντ. Όπως κι εμείς.

\\\
ληδα