Αλήθεια σας λέω, το είχα έτοιμο το editorial για το Music Society.

(Με επιχειρήματα, ιστορικές-κοινωνικές αναφορές, ασκήσεις ύφους, μουσικές πληροφορίες, κρίσεις κι άλλα τέτοια χαριτωμένα.)

Κι ύστερα σκαλίζοντας στη μeγάλη βιβλιοθήκη να τα τεκμηριώσω όλα αυτά καθώς πρέπει,

ερωτεύτηκα!

…………………………………………………

τρεμοπαίξιμο ήλιου σε πρόσωπα, σε χορδές, στα γυμνά στήθη και στα μπράτσα, σε δάχτυλα, σε μουσικά όργανα. Βιολάκι μου μελαγχολικό παραπονιάρικο, κιθάρα μου γλυκιά  ορμητική, μπάντζο μου πονηρό ραχάτικο, τσιγαράκι μου στριφτό για να γελάμε του χαμού…

——-με διαλύουν στο φως——

κι είναι λέει κάτι αγίες παρέες κάπου σ’ ένα δρόμο καθισμένες και παίζουν με μια θήκη κιθάρας ανοιχτή εμπρός τους κι είναι μέσα της τα κέρματα που θα γίνουν κρασί και εισιτήρια για κάπου αλλού, κι ανοίγουν οι ψυχές των περαστικών κι έρχεται ένας γύφτος και χορεύει, αχ πως χορεύει! και τους λέει τι όμορφα που παίξατε παιδιά, δεν έχω λεφτά παιδιά, ελάτε μαζί μου και τους πάει σ’ ένα σαραβαλιασμένο βανάκι και το ανοίγει κι είναι γεμάτο κρεμάστρες στη σειρά και λαχούρια χρώματα και τους λέει  «πάρτε, κερνάω πουκάμισο!»

και τα φορούν κι αστράφτουν τα πρόσωπά τους σα να τους χάρισες όλο τον κόσμο κι όλο πάνε άλλου κι αλλού  κι όλο ερωτεύονται ξανά και ξανά μ’ αυτό που τους ανήκει. αυτό που παραδίνεται σ’ όλους όσους κάποτε το ερωτεύτηκαν σαν το νερό που πίνουν κι ύστερα δεν ξεδίψασαν ποτέ.

σ’ αυτούς που ερωτεύτηκαν αυτό που τελικά είναι για τον καθένα η μουσική…

από τo camping στην pays des ecrins της νότιας γαλλίας

live και unplugged

με 153 χρυσά, πλατινένια –μη σου πω και χωμάτινα-

views στο youtube

είναι οι «le roi mort» στο «tirade de pirate»

ανέστιος